ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

Κερκυραϊκή διαχρονικότητα και UNESCO

Μίλτος Π. Βασιλείου
δημοσιεύθηκε στην "καθημερινή ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ" στις 30/4/2008

…Λίγες ίσως περιοχές στον κόσμο, μπορούν να δηλώνουν την παρουσία τους στον συνεχή χρόνο με τόση σαφήνεια όσο η Κέρκυρα

Η ένταξη της ιστορικής πόλης της Κέρκυρας στον κατάλογο μνημείων της UNESCO, έχει ανοίξει τον διάλογο για τους τρόπους παρέμβασης στον οικιστικό ιστό αλλά και στα κοινωνικά και πολιτιστικά δεδομένα του τόπου. Η συζήτηση αυτή θα αποχτήσει το αναγκαίο εύρος και προσανατολισμό αν η Κερκυραϊκή μνημειακή κληρονομιά αντιμετωπισθεί σαν ένα αδιαίρετο, συνεχόμενο σε φάσεις και χρονικές καμπές σύνολο από την κλασσική αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Είναι καιρός να αντιληφθούμε ή να θυμηθούμε τα πραγματικά χαρακτηριστικά της Κερκυραϊκής μοναδικότητας. Αυτά, δηλαδή που έχουμε ξεχάσει μέσα στην λαίλαπα της άναρχης και στρεβλωμένης τουριστικής οικονομίας και της συνεπακόλουθης αρπακολατζίδικης πολιτικής κουλτούρας των τελευταίων 10ετιών. Η μοναδικότητα του Κερκυραϊκού μνημείου είναι η διαχρονικότητά του. Λίγες ίσως περιοχές στον κόσμο, μπορούν να δηλώνουν την παρουσία τους στον συνεχή χρόνο με τόση σαφήνεια όσο η Κέρκυρα. Δεν διαθέτουμε βέβαια Παρθενώνα, Ολυμπιακά στάδια η αρχαία Θέατρα. Όμως ο ναός της Αρτέμιδας, οι Ναοί του Mon Repos, το κενοτάφιο του Μενεκράτη τα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου μαρτυρούν για την κλασσική Κέρκυρα, χώρο ισχυρής ιστορικής παρουσίας και δράσης. Δεν διαθέτουμε Ρωμαϊκά Ανάκτορα αλλά υπάρχουν σαφή τα ευρήματα της Ρωμαϊκής εποχής (Μπενίτσες, Μωραϊτικα, Κασσιώπη, Αχαράβη). Δεν διαθέτουμε πολλά ή πλούσια Βυζαντινά μνημεία αλλά ο ναός των Ιάσωνα και Σωσίπατρου, οι οχυρώσεις στο Αγγελόκαστρο και στο Γαρδίκι δηλώνουν την σημασία της Κέρκυρας στα Βυζαντινά και ειδικότερα στα υστερο-Βυζαντινά χρόνια. Θα αποφύγω να επεκταθώ στα χρόνια από την Ενετοκρατία και μετά, όπου τα μνημεία είναι αφθονότερα, ίσως σημαντικότερα και ασφαλώς προφανέστερα. Υπάρχει, όμως νομίζω μία τάση εστίασης σε τελευταίες ιστορικές περιόδους και αγνόησης των προηγούμενων. Και αυτό, νομίζω, θα περιορίσει αντικειμενικά τον προσανατολισμό και την ιεράρχηση των παρεμβάσεων και μακροπρόθεσμα θα υποβιβάσει και θα υποτιμήσει την αξία της Κέρκυρας στο … «παγκόσμιο χρηματιστήριο» ιστορικών αξιών. Γιατί με την περιθωριοποίηση της κλασσικής, της Ελληνιστικής, της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής και της Ανδηγαυικής περιόδου αφαιρούνται από την Κέρκυρα καθοριστικά στοιχεία της μοναδικότητά της, όπως, κατά την γνώμη μας, τα περιγράψαμε παραπάνω.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει, πως ο σχεδιασμός και οι ανασκαφικές ή άλλες δραστηριότητες ανάδειξης και συντήρησης μνημείων μέσα ή γύρω από την πόλη πρέπει να ενισχυθούν σε σοβαρό βαθμό με την χάραξη σχετικής πολιτικής. Τι θα γίνει π.χ. στην χερσόνησο του Κανονιού; Σε κάθε οικόπεδο, που χτίζεται η σταθερή λύση θα είναι η ταφή των μη μεταφέρσιμων ευρημάτων; Μήπως, μπορεί να κατασκευάζεται ισόγεια βιτρίνα προβολής των εκθεμάτων με ενδεχόμενη επέκταση της άδειας οικοδομής κατά έναν όροφο, έτσι ώστε να αναδειχθεί μία ολόκληρη αρχαιολογική περιοχή μοναδικά κατάλληλη για ην διαμόρφωση αρχαιολογικού περίπατου (από το Εργοστάσιο Δεσύλλα μέχρι το Κανόνι) χωρίς να αγνοηθούν τα εύλογα κατασκευαστικά συμφέροντα στην περιοχή; Η λύση της ταφής, που εφαρμόζεται σήμερα εγγυάται μόνον την οριστική αλλοίωση της χερσονήσου και την μεταφορά των ιστορικών μας δεδομένων στην …προϊστορία… Εξίσου προφανής είναι η ανυπαρξία πολιτικής συντήρησης υπαρχόντων μνημείων. Για του λόγου το ασφαλές ρίξτε μία ματιά στο κενοτάφιο του Μενεκράτη ή στα βιομηχανικά μνημεία Δεσύλλα και Εργοστασίων στο Μαντούκι.
Είναι φανε,ρή, η έστω και έμμεση διασύνδεση των παραπάνω με την ένταξη μας στην UNESCO. Αν, μάλιστα αυτή αποτιμάται σαν χρυσή ευκαιρία συντήρησης, ανάπλασης και ανάδειξης των μνημειακών χαρακτηριστικών του τόπου, τότε οι σχετικές δράσεις πρέπει να στοχεύουν στον συνολικό χαραχτήρα του μνημείου, που συνιστά -πιστεύουμε- και την μοναδικότητά του. Και η μοναδικότητα αυτή δεν αποτελεί θεωρητικολογία αλλά, μεταξύ άλλων, πραγματική βάση της οικονομικής αναβάθμισης του τουριστικού μας προϊόντος, που επιδιώκει -εις μάτην, όπως είναι φυσικό μέχρι στιγμής- να προσελκύσει ποιοτικότερους τουρίστες.
Δημοσίευση σχολίου