ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

ΝΑΖΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΣ

Το σημείωμα του Ανδρέα Ζαρείφη, το διαβάσαμε στην ISKRA και το μεταφέρουμε αυτούσιο πιστεύοντας, ότι αξίζει τον κόπο να διαδίδουμε τέτοιους είδους ιστορική πληροφόρηση, την εποχή, που η πολύ πρόσφατη και οδυνηρή ιστορία του τόπου παραποιείται κατάφωρα όχι μόνο από την Χρυσή Αυγή αλλά και από επίλεκτα στελέχη του δεξιού-ακροδεξιού χώρου, παλιότερα και "ανανήψαντα". Ευθύνη για αυτή την προκλητική ιστορική παραπληροφόρηση υπάρχει και στην δική μας ...ραθυμία. Οι συνέπειές της δεν είναι θεωρητικού και Ακαδημαϊκού χαρακτήρα... Τις "απολαμβάνουμε" στην πολιτική μας καθημερινότητα...


ΝΑΖΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΣ 

Στο Πολυτεχνείο δεν υπήρξαν νεκροί. Στα Καλάβρυτα τη ευθύνη των εκτελέσεων φέρει ο ΕΛΑΣ λόγω της εκτέλεσης των Γερμανών αιχμαλώτων της μάχης της Κερπινής. Ίσως ο χώρος όπου η νεοναζιστική ιδεολογία έχει προνομιακά κινηθεί περισσότερο είναι ο χώρος της ιστορίας. Χιλιάδες τίτλοι βιβλίων ιστορίας ή (παρα)ιστορίας έχουν εκδοθεί την τελευταία δεκαετία. Πολύ πριν την εκλογική άνοδο της Χρυσής Αυγής είχε δημιουργηθεί ένα πολυάριθμο αναγνωστικό κοινό στο οποίο είχαν ιδιαίτερη επιρροή ιστορικές εκδόσεις με «εναλλακτικό»  ή αναθεωρητικό της επίσημης ιστορίας περιεχόμενο.  Η αριστερά, κυρίαρχη στο χώρο της ιστορικής αφήγησης τη δεκαετία του ΄70 και του ΄80, μετά τα γεγονότα της πτώσης των καθεστώτων τα οποία αναφέρονταν στο σοσιαλισμό είδε την ηγεμονία της στο συγκεκριμένο χώρο να υποχωρεί. Ένα ιδιόμορφος ιστορικός αναθεωρητισμός ήρθε να καλύψει το κενό. Από τους Ελ και τους Νεφελίμ έως και ιστορικές μελέτες απολογητικές του δωσιλογισμού δημιουργήθηκε ένα κράμα παρα-ιστορίας που συμπεριλάμβανε μύθους, έμμεση ή άμεση ναζιστική απολογητική, εθνικιστικές δοξασίες και αρκετή μεταφυσική. Οι προφήτες αυτού του ρεύματος αποτέλεσαν star των b-καναλιών. Η αριστερά υποτίμησε το φαινόμενο, αντιμετωπίζοντας το, ουσιαστικά  αφ' υψηλού, σαν μια γραφική, ακίνδυνη, λαϊκίστικη περιθωριακή έκφραση.


Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η πραγματικότητα ήταν διαφορετική.  Η ανάδειξη ενός εκ των προφητών του ρεύματος αυτού σε υπουργικό θώκο και η εκλογική έκπληξη της Χρυσής Αυγής  αποδεικνύουν το πόσο ισχυρό ήταν και είναι αυτό το ρεύμα και πόσο είχε υποτιμηθεί στη βάση του αυτονόητου. Όμως το αυτονόητο αποτελεί μάλλον ισχυρότερο μύθο από αυτό της Θούλης.  Καθόλου  αυτονόητο δεν είναι για τους δεκαπεντάχρονους μαθητές του σήμερα ότι στο Πολυτεχνείο υπήρξαν νεκροί, όπως εδώ και αρκετά χρόνια δεν είναι αυτονόητο για τη γενιά που δεν γεννήθηκε  τα χρόνια της Κατοχής ή τα αμέσως επόμενα ή δεν έχει προγόνους στην αντίσταση, ότι η κύρια αντιστασιακή οργάνωση ήταν το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ.
Με αφορμή την επέτειο της σφαγής των Καλαβρύτων παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο. Η παραχάραξη της ιστορίας έχει σα στόχο να παρουσιάσει το ΕΑΜ σαν το βασικό υπεύθυνο της σφαγής και να δικαιολογήσει τη Βέρμαχτ. «…Οι κομμουνιστές όμως έπρεπε με κάθε τρόπο να προκαλέσουν την οργή του εχθρού να ξεσπάσει σε αμάχους. Κι έτσι κινήθηκαν προς το Μάζι, όπου σκότωσαν τους αιχμαλώτους που είχαν στα χέρια τους και τους πέταξαν σ’ έναν γκρεμό. Εκεί βρήκε ο γερμανικός στρατός τους νεκρούς του κατακρεουργημένους…Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Η φάλαγγα των Γερμανών γι’ αντίποινα ξέσπασε με μανία πάνω σε αθώους, σφάζοντας και καίγοντας όχι μόνο τα Καλάβρυτα, αλλά κι άλλα χωριά τριγύρω. Σήμερα ωστόσο μας έχει μείνει μόνο αυτή η εικόνα, ενώ οι συνυπεύθυνοι για την θηριωδία κομμουνιστές όχι μόνο δεν έχουν καταδικαστεί για τα εγκλήματά τους, αλλά έχουν καταστεί από την ιστορία – που οι ίδιοι έγραψαν – ως «αντιστασιακοί». (Από την ιστοσελίδα Κατά Μέτωπο).
Βέβαια απόψεις όπως η παραπάνω δεν είναι τόσο σύγχρονες. Ακόμα και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Καραμανλή στα 1959 Π. Κανελλόπουλος, στην ίδια την ελληνική βουλή αναγνώρισε ελαφρυντικά στις δυνάμεις Κατοχής.  Υπήρχαν όντως ελαφρυντικά τελικά και μήπως η εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων υπήρξε η αιτία  για τη σφαγή;
ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Από τον Αύγουστο του 1943 ξεκινούν οι επιχειρήσεις των κατοχικών στρατευμάτων στην περιοχή της Αχαΐας. Η  Μάχη Ρογών-Κερπινής (16-17/10/1943), η οποία  είχε σαν αποτέλεσμα τη συντριβή ενός  Γερμανικού λόχου και τη σύλληψη 86 Γερμανών αιχμαλώτων αποτέλεσε την πρώτη πράξη των γεγονότων που ακολούθησαν. Με σκοπό την συντριβή των ανταρτών και την τρομοκράτηση του πληθυσμού  ξεκινάει η δραστηριότητα της 117 Μεραρχίας με κίνηση σε 3 άξονες. Η μεραρχία αυτή, ως 717η Μεραρχία πεζικού είχε συμμετάσχει σε επιχειρήσεις εναντίον ανταρτών και μαζικές εκτελέσεις χιλιάδων αμάχων, ως αντίποινα, στη Σερβία.

Από Πάτρα:
Οι Γερμανικές δυνάμεις, που ξεκινούν από την Πάτρα, στις 05/12/1943 με κατεύθυνση τα Καλάβρυτα, με  επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη  G. Wolfinger και ακολούθησαν το δρόμο Πάτρα - Χαλανδρίτσα – Καλάβρυτα.
Στο ξεκίνημά τους λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τη Μονή Ομπλού, σε μικρή απόσταση νότια της Πάτρας.
Στις 07/12 στην Κάτω Βλασία σκότωσαν 3 άνδρες και 1 γυναίκα και στον Κάλανο 3 βοσκούς από τα Καλάβρυτα και έναν ακόμη πολίτη. • Στις 08/12, πέρασαν από το Μάνεσι και το Σαραδί, σκότωσαν 1 άνδρα.
• Στις 09/12μπήκαν στα Καλάβρυτα.
• Στις 10/12, εκτέλεσαν στο χωριό Συρμπάνι (Πριόλιθος) 5 άνδρες.
Από Αίγιο:
Οι Γερμανικές δυνάμεις από Αίγιο προς Καλάβρυτα, με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Εμπερσμπέργκερ (Ebersberger), εφόρμησαν στα Καλάβρυτα, με 3 πεζοπόρα τμήματα.
• Στις 08/12, ο Ebersberger χώρισε το στρατό σε δύο ομάδες και μπήκαν το πρωί στους Ρογούς. Έκαψαν ολοσχερώς το χωριό και εκτέλεσαν 65 άνδρες και παιδιά.
• Άλλη ομάδα μπήκε την ίδια ημέρα στην Κερπινή, έβαλαν φωτιά και εκτέλεσαν 38 άνδρες και παιδιά,
• Στη συνέχεια, έκαψαν την Άνω και Κάτω Ζαχλωρού και σκότωσαν 19 άνδρες. Ακολούθως έφτασαν στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και σκότωσαν 16 άτομα, μοναχούς, επισκέπτες και υποτακτικούς, ενώ εκτέλεσαν και 9 μοναχούς, στη θέση Ψηλός Σταυρός.
• Στις 09/12, έφτασαν στο χωριό Σούβαρδο, όπου έβαλαν φωτιά και σκότωσαν 5 άνδρες, το ίδιο και στο χωριό Βραχνί, όπου σκότωσαν 6 άνδρες.
Στη στάση της Κερπινής εγκαταστάθηκε Γερμανική διμοιρία. Στη θέση αυτή εκτελέστηκαν 4 άνδρες.
• Στις 09/12, περνώντας από τις Αυλές των Καλαβρύτων, Γερμανικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον Ebersberger, μπήκε στα Καλάβρυτα, όπου είχαν φτάσει και οι δυνάμεις από την Πάτρα.
Από Τρίπολη:
Τα γερμανικά στρατεύματα που κινήθηκαν από Τρίπολη με επικεφαλής τον ταγματάρχη Gnass, κατευθύνθηκαν προς Δημητσάνα και Λαγκάδια Αρκαδίας.
• Οι Γερμανοί, με 12 έλληνες οδηγούς, το Σάββατο το βράδυ στις 11/12, κατευθύνθηκαν προς το χωριό Μάζι και στη συνέχεια στη θέση Μαγέρου στις 12/12, όπου βρήκαν τους εκτελεσθέντες Γερμανούς. Εκεί εκτέλεσαν 10 πολίτες. 
• Στις 13/12, ολοκλήρωσαν την επιχείρηση, πυρπόλησαν και κατέστρεψαν ολοκληρωτικά την πόλη των Καλαβρύτων, λεηλάτησαν  και εκτέλεσαν όλο τον ανδρικό πληθυσμό της πόλης από 14 χρονών και πάνω, στη Ράχη του Καππή.
• Στις 14/12, ανέβηκαν στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, το λεηλάτησαν, το πυρπόλησαν και εκτέλεσαν 6 άνδρες, μοναχούς, επισκέπτες και υποτακτικούς. Την ίδια ημέρα, λεηλάτησαν το χωριό Βυσωκά, σκότωσαν 3 άνδρες και έφυγαν για την Πάτρα. Επίσης πέρασαν από το Μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου και το έκαψαν.
Η  ΝΕΟΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
Παρά την νεοναζιστική προπαγάνδα παρατηρούμε  , με βάση τις ημερομηνίες , ότι τα στρατεύματα της Βέρμαχτ είχαν ήδη εκτελέσει 176 άτομα, πριν φτάσουν στα Καλάβρυτα και πριν μάθουν για την εκτέλεση των αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών. Ουσιαστικά η εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων ήταν  πράξη αντιποίνων του ΕΛΑΣ απέναντι στις ήδη διαπραγμένες ωμότητες των κατοχικών στρατευμάτων και πραγματοποιήθηκε ύστερα από συνεννόηση με το Συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό το γεγονός που διαψεύδει τους πολιτικούς επιγόνους του Παπαδόγκωνα. Σήμα από το Βελιγράδι, όπου βρισκόταν το αρχηγείο της Βέρμαχτ στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, έδινε τη ρητή εντολή για την καταστροφή των Καλαβρύτων με χρήση εμπρηστικών βομβών. Ο βομβαρδισμός  ματαιώθηκε για τεχνικούς λόγους, καθώς δεν ήταν διαθέσιμος ο απαραίτητος αριθμός αεροσκαφών από τη Λουτβάφε. Το τηλεγράφημα είχε ημερομηνία 22 Οκτωβρίου, πολύ πριν δηλαδή την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων.
Το σχέδιο της σφαγής στα Καλάβρυτα ήταν προαποφασισμένο και δεν είχε καμία σχέση με την εκτέλεση των αιχμαλώτων. Η 117 Μεραρχία μ’ επικεφαλής τον Λε Σουίρ ήλθε στην Ελλάδα  από τη Γιουγκοσλαβία. Ο Λε Σουίρ συναντήθηκε με τον Φέλμυ (ανώτατο στρατιωτικό διοικητή Ελλάδος) στις 12 Απριλίου του 1943 στην Αθήνα και εκεί αποφασίστηκε η ανάπτυξη της 117 Μεραρχίας σ’ όλη την Πελοπόννησο.
Λίγο αργότερα οι πράκτορες του τον ενημέρωσαν για την κατάσταση στα βουνά της Πελοποννήσου, ενημέρωσε με αναφορές την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση στο Βελιγράδι και αυτή με την σειρά της το Βερολίνο το οποίο συνεκτιμώντας και τις πληροφορίες για συμμαχική απόβαση στα δυτικά παράλια έδωσε την διαταγή για «ένα ισχυρό κτύπημα στο επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα της Πελοποννήσου».

Η διαταγή έφθασε  στο Λε Σουίρ με την εξουσιοδότηση να βρει αυτός τον τρόπο και το είδος του «κτυπήματος». Και αυτός αποφάσισε την «ισοπέδωση του Αιγίου και των Καλαβρύτων» από αέρος με παράλληλη εξόντωση των κατοίκων, μια διαταγή που στην πορεία άλλαξε και έγινε χερσαία επιχείρηση με την  ονομασία «επιχείρηση Καλάβρυτα».

ΟΙ ΔΩΣΙΛΟΓΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
H «επιχείρηση Καλάβρυτα» (Unternehmen Kalavryta)άρχισε 5 Δεκεμβρίου και ολοκληρώθηκε στις 15.  Ο συνολικός αριθμός των γερμανικών στρατευμάτων ξεπερνούσε τους 3.000 στρατιώτες. Από αυτούς  1800 περίπου προερχόταν από ομάδες συνεργατών.  Εκτός από τους 300 γερμανοντυμένους  που συνέδραμαν στη σφαγή, ακόμη 1.500 είχαν παραταχθεί περιμετρικά της περιοχής με τις δυνάμεις του συνταγματάρχη Wolfinger.
Σύμφωνα με μαρτυρίες , αυτοί προέρχονταν από τη Λακωνία,  από την Ηλεία και την Κόρινθο, ενώ μεταφέρθηκαν και ομάδες ταγματασφαλιτών από τη Θήβα και τα Μέγαρα. Ακόμη 300 ταγματασφαλίτες είχαν ακολουθήσει τη μονάδα AA 116 των ποδηλατιστών από τη Μεγαλόπολη. Στους Έλληνες ταγματασφαλίτες δόθηκε ρουχισμός και οπλισμός από τις αποθήκες της Βέρμαχτ στο Αίγιο και την Πάτρα.
Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που έστειλε από το Κάιρο στις 22 Δεκεμβρίου 1943 ο Βρετανός διπλωμάτης Liper προκειμένου να ενημερώσει  για το σφαγή. «Τα γερμανικά στρατεύματα υποβοηθούμενα από τις ελληνικές ομάδες ασφαλείας πέτυχαν να καθαρίσουν τα Καλάβρυτα και κατέστρεψαν τα πάντα στην πορεία τους»
Αλλά και η ανακοίνωση του ΠΓ του ΚΚΕ είναι επίσης χαρακτηριστική:
«…Oι γερμανοί ήταν και θα ήταν ανίκανοι να ξαπολύσουν και να εφαρμόσουν αυτές τις σφαγές άν δεν γίνονταν συνεργάτες τους κατάπτυστοι έλληνες. Μέχρι πριν τρείς-τέσσερις μήνες ο ελληνικός λαός οργανωμένος στο ΕΑΜ, στην πάλη του για το ψωμί και τη λευτεριά, έβρισκε αντιμέτωπους μονάχα τους κατακτητές και τους ανίσχυρους προδότες ράλληδες. Ανάξιοι ελληνόφωνοι ενίσχυσαν και ενισχύουν υλικά-ηθικά πολιτικά τούς γερμανό-ράλληδες για να σπάσουν την εθνική ενότητα, για να οργανώσουν τους Γερμανοτσολιάδες και τους χαφιέδες της ειδικής Ασφάλειας.

Είναι oι μεγαλομαυραγορίτες Μαρήδες που πεθαίνουν της πείνας το λαό και χρηματοδοτούν τις αντεθνικές οργανώσεις των δολοφόνων. Είναι oι πεμπτοφαλαγγίτες που καλλιεργούν τη χιτλερική πολιτική για «αναρχικά στοιχεία» και για τη «ρωσική βαρβαρότητα». Είναι oι κάθε λογής μαύροι άνθρωποι, σαν το Γονατά, που στην τωρινή φοβερή δοκιμασία του έθνους δε σκέφτονται παρά την εξουσία και συνεργάζονται με τους γερμανό - ράλληδες, για να πιάσουν τα πόστα στο κράτος του Ράλλη και να σκλαβώσουν το λαό μας με μια νεοφασιστική δικτατορία. Είναι όλοι oι εχθροί του λαού που για να εξοντώσουν το αδάμαστο κόμμα του, το ΚΚΕ, για να χτυπήσουν τον πανεθνικό συνασπισμό του ΕΑΜ, για να συντρίψουν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κινητοποίησαν όλα τα καθάρματα σαν τους Ντερτιλή, Λάμπου, Παπαδόγκωνα, συντάσσουν και δίνουν καταλόγους κομμουνιστών και εαμιτών, στρατολογούν όλα τα κακοποιά στοιχεία, οργανώνουν ελληνόφωνο γερμανικό στρατό, τον πλαισιώνουν με στελέχη, τον έβαλαν κάτω από την «προστασία» του Σίμαναν και αιματοκυλούν τον ελληνικό λαό. Αυτούς όλους βαρύνει η τρομερή ευθύνη για το ελληνικό αίμα που χύνουν oι γερμανοί και oι ελληνόφωνοι Ες-Ες…»
(22 δεκεμβρίου 1943)

ΟΙ ΜΑΖΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ, ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΣΤΗ ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
Η σφαγή στα Καλάβρυτα δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αποτελούσε μέρος της συνολικής στρατιωτικής τακτικής του ναζισμού.  Ήταν μια κλασική μορφή άσκησης τρομοκρατίας εναντίον του πληθυσμού, χωρίς εμπλοκή σε στρατιωτικές ενέργειες που περιείχαν κινδύνους, Εκατομμύρια άμαχων πολιτών εκτελέστηκαν σε όλη την Ευρώπη και κυρίως στα εδάφη της ΕΣΣΔ από τη Βέρμαχτ. Ήδη από τον Απρίλιο του 1941 ο διοικητής ΝΑ Ευρώπης στρατάρχης  Max. von Weicht  είχε δώσει εντολές σε όλες τις γερμανικές μονάδες των Βαλκανίων , να τουφεκίζουν πολίτες που ενέχονταν στην Αντίσταση  κατά των δυνάμεών τους, ακόμα και χωρίς σοβαρές ενδείξεις για την εμπλοκή τους.
Από το 1942 τόσο στη υπόλοιπη Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα το γερμανικό σχέδιο είχε αναβαθμιστεί: εκτός από την κατατρομοκράτηση σκοπός του ήταν να χρησιμοποιηθούν τα αντίποινα ώστε να στρέψουν τμήμα του εγχώριου κατεχόμενου πληθυσμού εναντίον της αντίστασης. Η επιδίωξη αυτή κατέστη επιτακτική δεδομένου της ολοένα και μεγαλύτερης ανάγκης απεμπλοκής γερμανικών στρατευμάτων από τις κατεχόμενες χώρες και διάθεσής τους στη γραμμή του μετώπου. Την αναπλήρωση των δυνάμεων αυτών η γερμανική διοίκηση ευελπιστούσε να καλύψει με ντόπιους συνεργάτες.  Γι αυτό και οι Γερμανοί  από την οδηγία του στρατάρχη V. Keitel  στα τέλη του 1941, ότι έπρεπε να δίνονται χρηματικές αμοιβές σε όσους από τον τοπικό πληθυσμό έδιναν πληροφορίες κατά των ανταρτών, πέρασαν στη δημιουργία παραστρατιωτικών ελληνικών σωμάτων, εξοπλισμένων από τους ίδιους  για να χτυπήσουν τον ΕΛΑΣ.
Εξαιτίας των σχεδίων αυτών ολόκληρα χωριά απέκτησαν εξοπλισμένους «οπλαρχηγούς»,όπως τα χωριά των Ποντίων μουσουλμάνων στη Μακεδονία , στην περιφέρεια των οποίων πραγματοποιήθηκαν εγκλήματα  με τη μορφή αποκεφαλισμών ή λιντσαρισμάτων αιχμαλώτων. Ιδίως στην Πελοπόννησο, το γερμανικό σχέδιο αξιοποιήθηκε πιο ολοκληρωμένα με τη δράση των ταγμάτων Ασφαλείας, την ευθύνη των οποίων ανέλαβε  ο Walter Schimana, επικεφαλής της υπηρεσίας του «Ανώτερου Αρχηγού των SS και της Αστυνομίας» που υπαγόταν απευθείας στον αρχηγό των SS H. Himmler στο Βερολίνο.
Παίρνοντας υπ' όψιν του αυτή την κατάσταση, το Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ είχε εγκαινιάσει πολιτική αποφυγής των άσκοπων ενεργειών. Το Αρχηγείο  ζητούσε  σχέδια δράσης από τα επιμέρους τμήματα του, απαιτούσε να εγκρίνονται οι ενέργειες από το ίδιο, να μην γίνονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές και να σχετίζονται με το γενικότερο στρατιωτικό σχεδιασμό των συμμάχων και των εντολών της Μέσης Ανατολής.
ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Η παρακάτω μαρτυρία επιβεβαιώνει την υποστήριξη του ντόπιου πληθυσμού προς τον ΕΛΑΣ και απαντάει και σε επιμέρους μύθους γύρω από την στάση του ΕΛΑΣ και τις ευθύνες του για τη σφαγή. Προέρχεται από επιστολή Καλαβρυτινής που γράφτηκε μετά την απελευθέρωση και είχε αναδημοσιευτεί  σε φύλλο της «Αυγή» στις 28/10/1959:
«Αγαπήσαμε τους αντάρτες που μας λευτέρωσαν από τους καταχτητές και ζούσαμε ειρηνικά μαζί τους. Τους βοηθούσαμε, μα βλέπαμε που ανησυχούσαν, γιατί είχαν λιγοστά όπλα και καθόλου βαρύν οπλισμό. Και μεις τους λέγαμε να μη στενοχωριούνται. Τους μπάζαμε στα σπίτια μας και μοιραζόμαστε μαζί τους τη μπομπότα μας.
Ξάφνου μαθεύτηκε πως οι Γερμανοί κινήσανε για νάρθουνε να ξανασκλαβώσουνε τα Καλάβρυτα. Τρέξαν οι αντάρτες για να τους εμποδίσουν. Τρεις ολάκερους μήνες οι βάρβαροι δεν κατάφεραν να σπάσουν τις γραμμές μας. Με τα πολλά τα χιόνια το Δεκέμβρη του 1943 δυο συντάγματα Γερμανοί επιτεθήκανε από το μέρος του Αιγίου. Βλέποντάς τους οι χωρικοί παρακαλέσανε τους αντάρτες να τραβηχτούν για να μη γίνουν ζημιές. Οι αντάρτες τους ακούσανε και τραβηχτήκανε, μα οι Γερμανοί ρημάξανε τον τόπο…Και μας ήρθε το μαντάτο πως κούρσεψαν το μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου κ’ ότι ρίξανε στο γκρεμό όλους τους καλογέρους. ..Μας βαρούσαν με κανόνια. Τραβηχτήκαμε λοιπόν αφήνοντας έρμα τα σπίτια μας. Κι’ όταν εμπήκανε οι βάρβαροι βρήκαν την πολιτεία αδειανή. Τότε μας μήνυσαν να μη φοβηθούμε και να γυρίσουμε στα κονάκια μας. Και μεις πιστέψαμε και γυρίσαμε. Τέσσερις μέρες δεν μας επείραξαν. Την Πέμπτη μέρα όμως ζώσανε την πολιτεία. Μαζώξανε όλα τα γυναικόπαιδα. Μας κλείσαν στο σχολειό και βάλαν φωτιά… Εφτακόσιοι σαράντα δύο είταν νεκροί. Και δεν ξέραμε ποιους να κλάψουμε, τους πεθαμένους για την ορφάνια μας. Κι’ οσμίστηκαν τα όρνια και πλακώσανε, κ’ εμείς τα διώχναμε για να μη ξεσκίσουν τα κουφάρια μας. Και σηκώσαμε τα μάτια μας ψηλά κατά το βουνό κι’ αναθαρρέψαμε, γιατί αναλογιστήκαμε τους αντάρτες που είταν πια οι μόνοι μας προστάτες»
   
Δημοσίευση σχολίου