ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

η λήθη των ηλιθίων

O φίλτατος ΠΑΠ και αυτές τις ώρες καταφέρνει να μας σκαλίζει τη μνήμη και το μυαλό μας...


The greek paradigm ή η λήθη των ηλιθίων
Με αφορμή το εύστοχο άρθρο του πιτσιρίκου με τίτλο “ο λιγμένος και ο εξελιγμένος”, ήθελα να παρατηρήσω ότι η κίνηση του ΓΑΠ δεν έχει σχολιαστεί διεξοδικά, όσο ίσως θα επέβαλλε η εμπειρία μας και το πολιτικό μας κριτήριο.
Καλό λοιπόν θα ήταν να μην παραμένουμε μόνο στα γέλια και στη φαιδρότητα που αναμφισβήτητα προκαλεί η πηγαία ιδιωτεία με την οποία ο ίδιος εκφράζεται για τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, η πλειονότητα των οποίων ξεπερνάει το επίπεδο των δυνατοτήτων του, ούτε να ερμηνεύουμε τη “πρωτοβουλία” του σαν έκφραση του απύθμενου θράσους που αναδεικνύει συνεχίζοντας να υποτιμάει τη νοημοσύνη και να δοκιμάζει τις αντοχές του ελληνικού λαού.
Και αυτό επειδή η “πρωτοβουλία” δεν είναι δική του. Απλά ο ίδιος αποτελεί το εύκολο, φτηνό και κακόγουστο εργαλείο της, προκειμένου να μην φανούν από τη πρώτη στιγμή οι βαθύτερες σκοπιμότητες των σχεδιαστών της.
Άλλωστε μια τέτοια πράξη αν ξεκινούσε από κάποιους περισσότερο σοβαρότερους υπαλλήλους του πολιτικού συστήματος θα κινούσε υποψίες και θα αποκάλυπτε πρώιμα τις κρυφές επιδιώξεις, που κρύβονται πίσω από αυτή.
Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι σκεπτόμενοι έχουν αποδεχθεί φυσικά το γεγονός ότι η ιδιωτεία του δεν εμπόδισε το σύστημα να τον περιφέρει με την ιδιότητα του ειδήμονα, του πρώην πρωθυπουργού και του εν ενεργεία προέδρου της “σοσιαλιστικής διεθνούς” (κάτι λείπει εδώ πχ: απάτης, αλητείας, κοροϊδίας κλπ) ως γυρολόγο ομιλητή από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο – αποκαλύπτοντας με την ευκαιρία αυτή το κύρος και τη σοβαρότητα της εκπαίδευσης που αυτά προσφέρουν - από φόρουμ σε φόρουμ και να ξευτελίζει τη χώρα, μέσα από τις αναλύσεις του αναφορικά με το “πειραματόζωο Ελλάδα”, εξασφαλίζοντας του ταυτόχρονα και τη πολιτική “κάθαρση” από τις πράξεις του, μαζί με το άλλοθι της ενεργητικής “επιστροφής” στη χώρα των ηλιθίων (όπως μας θεωρούν, συλλήβδην υποτιμώντας μας).
Φαντάζομαι επίσης ότι έχει πλέον γίνει αντιληπτό, ότι τα κέντρα εξουσίας όχι μόνο δεν αιφνιδιάστηκαν, όπως έδειξαν στις Κάννες, αλλά μπροστά στα αδιέξοδα που συναντούσαν, είχαν προετοιμάσει για λογαριασμό του την ηρωική διέξοδο, με τη γνωστή υπόθεση του δημοψηφίσματος – που λίγο έλειψε να δοθεί στη πράξη αυτή “πατριωτισμού και αυταπάρνησης”, από τους Financial Times, διάσταση παρόμοια με εκείνη που έδωσε ο John Reed περιγράφοντας την Οκτωβριανή επανάσταση, με το βιβλίο του “Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο”, με λιγότερες φυσικά μέρες – έτσι ώστε το δημοψήφισμα να αποτελέσει την αφετηρία της ίδρυσης του νέου κόμματος και για όσους δεν το κατάλαβαν και μετεκλογική δέσμευση για όποιο κόμμα θέλει να βγάλει τη χώρα από το σημερινό αδιέξοδο.
Φυσικά για να πετύχουν όλα αυτά απαραίτητο ήταν να βρεθεί όχι μόνον ένας Παπαδήμος, που είχε πρόσφατα συνταξιοδοτηθεί, αλλά και ένας Καρατζαφέρης που γι αυτό είχε επιμελώς δημιουργηθεί, πάντα με τη σφραγίδα του αυτοδημιούργητου, όπως και ένας Σαμαράς, ο οποίος ήταν πάντα διαθέσιμος ως εφεδρεία λόγω της λήθης των ηλιθίων.
Αυτό που έλλειπε από τον αρχικό σχεδιασμό, αλλά ανεφύη ευκόλως και προσεφέρθη αγογγύστως, ήταν ένας διάδοχος του καταρρέοντος και προς εγκατάλειψη πολιτικού κόμματος, που είχε προκαλέσει το κοινό αίσθημα και τη λαϊκή οργή, δηλαδή του ΠΑΣΟΚ, το οποίο έμελλε να γίνει κφυλιζόμενο και απερχόμενο, ως το ΠΑΣΟΚ του οποιουδήποτε άλλου εκτός από 'εκείνο του Ανδρέα”, μιας και η “πασοκική κουλτούρα” έπρεπε να διατηρηθεί άθικτη και άφθαρτη στη συλλογική κοινωνική συνείδηση για να συνεχίζει να αποτελεί τη διαχρονικά αποτελεσματική πλατφόρμα, διευκόλυνσης των μεταγενέστερων πολιτικών εξελίξεων.
Μην αυταπατάστε, σε αυτήν ακριβώς αναφέρονται όλοι όσοι και όταν μιλάνε με περίσσιο σεβασμό για τον ιδρυτή του, ακόμη και όταν εμφανίζονται ως αμείλικτοι κριτές και καταπέλτες της πολιτικής κληρονομιάς. Προσέξτε ότι κανείς δεν θίγει ποτέ την ουσία της παιδείας μέσα στην οποία γαλουχήθηκαν οι γενιές της μεταπολίτευσης, όπως είναι της μόδας να λέγεται.
Λες και η μεταπολίτευση είναι καθολική ευθύνη όλων των άλλων εκτός του ΠΑΣΟΚ, το οποίο αν θα είχε υποστεί λιγότερη ξετσίπωτη φθορά θα είχε το θράσος να απαιτήσει να της δοθεί το όνομά του σαν εναλλακτική ονομασία, δηλαδή η μεταπολίτευση = ΠΑΣΟΚ(ική) εποχή.
Ο διάδοχος προκειμένου να ηγηθεί του θνησιγενούς ΠΑΣΟΚ, που ακολούθησε εκείνο της επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες προπαρασκευαστικής φάσης του “greek paradigm”, επιλέχθηκε αρκετά εύκολα μεταξύ των δελφίνων, διότι οι σχεδιαστές των πολιτικών συμπεριφορών και εξελίξεων γνωρίζουν να αξιοποιούν προς το συμφέρον τους πρόσωπα των οποίων τις αδυναμίες γνωρίζουν και αξιολογούν, περισσότερο ακόμη και από τις ικανότητές τους.
Ο εγωισμός, ο μεγαλοϊδεατισμός, η αλαζονεία που συγκεντρώνονται στο πληθωρικό πρόσωπο του Βενιζέλου, αποτελούσαν τα κατάλληλα εχέγγυα στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Όπερ και εγένετο. Όλα αυτά θα πει κανείς ότι ανήκουν στο παρελθόν και είναι με κάποιες ίσως διαφοροποιήσεις ήδη γνωστά. Καμία αντίρρηση. Άλλωστε δε χρειάζεται ιδιαίτερη ευφυΐα να αντιληφθεί κανείς ότι το σύστημα έχει επιδοθεί προ πολλού στο να κατασκευάζει διάφορα ΠΑΣΟΚ, στη θέση του ΠΑΣΟΚ, επειδή η μπογιά του προηγούμενου έχει ξεβάψει και δεν μπορεί πλέον να είναι χρήσιμο εργαλείο στα χέρια του συστήματος.
Εδώ όμως ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της παρατήρησης. Αφού λοιπόν οι σκέψεις αυτές είναι σωστές και αυτονόητες και οι κινήσεις γνωστές, ποιος λοιπόν είναι ο λόγος να θέλει κανείς να σπάσει σε δυο αποκόμματα ένα καταρρέον σύστημα, όταν με τη κίνηση αυτή υπάρχει κίνδυνος να μην μπει στη βουλή κανένα από τα δυο αποκόμματα;
Σε τι βοηθάει το σύστημα η δημιουργία κι άλλου γκρουπούσκουλου, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει το παλιό - όσο χρήσιμο μπορεί να είναι ακόμη – και άλλα καινούργια για μια ελαφρώς διαφοροποιημένη χρήση, σε μια στιγμή μάλιστα που η πορεία της πόλωσης δεν φαίνεται να οδηγείται προς όφελός των συμφερόντων του;
Ας δούμε λοιπόν τι άλλο μπορεί να σηματοδοτεί η κίνηση ΓΑΠ, εκτός από τη προσωπική φιλοδοξία της ελέω κληρονομικού δικαίω διεκδίκησης της αρχηγίας ενός “κινήματος” - κόμματος, έστω και στο ιστορικά κατώτερο παρακμιακό του επίπεδο, πολύ δε περισσότερο όταν δεν φέρει και το παραδοσιακό του όνομα και την σημειολογική “ηλιοφάνεια”, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται ακόμη και η ιστορική του συνέχεια.
Με άλλα λόγια γιατί έκανε μια τέτοια κίνηση ο ΓΑΠ που οι περισσότεροι τη κατατάσσουν σε ένα φάσμα που ξεκινάει από τη βλακεία και το προσωπικό γινάτι μέχρι το σημαντικό γεγονός να εκφράζει τη στήριξη αν όχι τις εντολές κέντρων εξουσίας, κάτι που μπορεί να απαιτεί μια τέτοια πράξη στις παραμονές των εκλογών, αν σκεφθεί κανείς το οικονομικό της κόστος και την αξιοπιστία των διαβεβαιώσεων που πήραν ή αντιλήφθηκαν οι πολυάριθμοι πρόθυμοι και αυθόρμητοι υποψήφιοι, οι οποίοι αποδέχθηκαν το ρίσκο της στήριξης ενός εγχειρήματος που μπορεί να τους αφήσει εκτός Βουλής, ενώ παραμένοντας στο άλλο απόκομμα να είχαν ενδεχομένως περισσότερες δυνατότητες να εκλεγούν ;
Η αδιανόητη αυτή υπέρβαση του ΓΑΠ, τη παραμονή των εκλογών σηματοδοτεί τη δυνατότητα συνέχισης της “ιστορικής” πορείας των παραδοσιακών κομμάτων, που αναλαμβάνει το υγιές ή εξαγνισμένο κομμάτι τους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δίνει τη μάχη της συνέχισης μέσα από τις κομματικές διαδικασίες, συγκρούσεις και ίντριγκες, χωρίς να κουβαλάει τη ρετσινιά της αποτυχίας ή της διάσπασης, όπως θα συνέβαινε σε ένα αριστερό κόμμα.
Η υπέρβαση Γιωργάκη όσο και διασπαστική κι αν είναι, δεν συγκεντρώνει στο θέμα αυτό τα πυρά της κριτικής της κοινής γνώμης, που περιορίζονται περισσότερο στο στελεχιακό πασοκικό πυρήνα που έχει ακόμη απομείνει μετά τη “τήξη και διάσπασή” του.
Αυτή η κίνηση λοιπόν μπορεί να αποτελέσει μοντέλο για τη Ν.Δ. στη περίπτωση που μετά την αποτυχία της στις εκλογές, ο Σαμαράς δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται το “μήνυμα” και τις “εντολές” των κέντρων, λόγω της ιδιαιτερότητας της προσωπικότητας του ή επειδή θα εξακολουθεί να πιστεύει ότι παραμένει χρήσιμος για τη Ν.Δ. όσο και για τη ρημαγμένη χώρα.
Έτσι ανοίγει ο δρόμος και για τις διαχωριστικές κινήσεις άλλων τμημάτων της Ν.Δ. που είναι προορισμένα να λειτουργήσουν προς μια άλλη λιγότερο ακροδεξιά και περισσότερο κεντροδεξιά κατεύθυνση, στο πνεύμα της απηρχειωμένης κατά τα άλλα “πολιτικής γεωγραφίας”.
Στο σημείο αυτό θεωρώ απαραίτητη μια διευκρίνηση που αφορά ακριβώς αυτά τα πολυσυζητημένα προοδευτικά – δημοκρατικά κομμάτια και ομάδες - προφανώς σε κομματικό και μάλιστα σε ηγετικό επίπεδο – μέσα στη Ν.Δ.
Θεωρώ ότι όλο το διάστημα της “αρπαγής” της εξουσίας της από το Σαμαρά, δεν έλειψαν οι ευκαιρίες για την ανατροπή του από τα “δημοκρατικά” κομμάτια, που ακολουθούσαν, παρατηρούσαν τα γεγονότα, αφήνοντας να διαρρεύσει η δυσφορία τους μαζί με τη χαρακτηριστική, διφορούμενη και πολλά υποσχόμενη φράση: ¨θα έχουμε εξελίξεις στο πολιτικό σύστημα” !!!
Ασφαλώς και είδαμε όλο αυτό το διάστημα εξελίξεις αν και όχι απρόβλεπτες, όχι όμως μέσα στη Ν.Δ. Αυτό αποτελεί και μια επιβεβαίωση της γνώμης όλων αυτών που θεωρούν ότι τα τμήματα αυτά, όπως και των άλλων κομμάτων δεν είναι σε θέση να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν μια πολιτική για την Ελλάδα, παρά μόνο μια ταχτική – και αυτή πολύ περιορισμένη – που αφορά απλά την επιβίωση τους μέσα στη δύνη των πολιτικών εξελίξεων, που καθορίζεται από άλλους ισχυρότερους κύκλους και κέντρα συμφερόντων.
Προφανέστατα ο λόγος του ότι δεν πήραν το ρίσκο ή τη πρωτοβουλία της ανατροπής του Σαμαρά και αλλαγής της καταστροφικής για τη χώρα πολιτικής που εκείνος απλά εφάρμοζε και από την οποία σήμερα αφήνεται να εννοηθεί πως τάχα διαφοροποιούνται, δεν είναι επειδή εκτίμησαν ότι οι συνθήκες δεν ήταν κατάλληλες ή ότι δεν επέτρεπαν μια τέτοια κίνηση για το καλό της ίδιας της
χώρας. Είναι απλά διότι ήξεραν ότι δεν θα είχαν τις κατάλληλες για μια τέτοια κίνηση “ευρωπαϊκές πλάτες” και ότι δεν υπήρχε το απαραίτητο πράσινο φως ή η σχετική εντολή.
Σήμερα πλέον εμφανίζεται δειλά δειλά μια άλλη εναλλακτική λύση προς “αξιοποίηση” προκειμένου μια κεντροδεξιότερη Ν.Δ. χωρίς να μπαίνει στο κόπο της ανατροπής και της ανακατάληψης της ηγεσίας από συγγενικά – όχι μόνο ιδεολογικά – πρόσωπα του ιδρυτή του κόμματος, μπορεί να σχηματίσει ένα άλλο νέο, αλλά με ιστορική συνέχεια κόμμα, ακόμη και με άλλη ονομασία, προκειμένου να αποτελέσει μια ¨δύναμη” με την οποία ένας “δεξιόστροφος” και
συζητήσιμος, υπεύθυνος και διαλλακτικός, αλλά προπαντός πατριωτικός ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να σχηματίσει μια κυβέρνηση, ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής αποδοχής...Με άλλα λόγια ότι δεν κατάφερε το σύστημα πριν τις εκλογές να πετύχει μετά τις εκλογές, εκμεταλλευόμενο δυσκολίες, αδυναμίες και περιστάσεις.
Για να γίνει αντιληπτό το κατά πόσο οι κινήσεις αυτές είναι μελετημένες και επιμελώς σχεδιασμένες θα φρεσκάρω τη μνήμη σας, παραθέτοντας τη χρονική αλληλουχία κάποιων γεγονότων που ξεκίνησαν το φθινόπωρο του 2003.
Τότε ο Σημίτης είχε δώσει ο δακτυλίδι – όπως συνηθίζεται να λέγεται – στο Γιωργάκη, χωρίς όμως κανένα σεβασμό στις κομματικές διαδικασίες και προπάντων στις απαιτήσεις και τις φιλοδοξίες ικανότερων δελφίνων. Δεν υπήρχε όμως πιθανότητα να μη ξεπεραστούν τότε τα κατά τα άλλα αδιανόητα αξεπέραστα εμπόδια.
Ο τότε λοιπόν Γ.Γ. Λαλιώτης αποχώρησε, αφήνοντας τη θέση του στον Χρυσοχοϊδη, ο οποίος το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να διαλύσει τις κομματικές οργανώσεις του κόμματος, πράγμα αδιανόητο όχι μόνο για εκείνη την εποχή, αλλά γενικότερα για ένα κόμμα σαν το ΠΑΣΟΚ. Η κίνηση Λαλιώτη, αποδόθηκε τότε στη προσωπική του επιδίωξη να φύγει από τη δημοσιότητα, προκειμένου να μην προκαλεί περισσότερο λόγω των σκανδάλων του, για τα οποία οργίαζαν οι φημολογίες και να μείνει στο απυρόβλητο, μιας και η συνέχιση της πασοκικής διακυβέρνησης κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη ήταν.
Η κίνηση Χρυσοχοϊδη από την άλλη ερμηνεύτηκε – από προχωρημένους αναλυτές – ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είχε πλέον ανάγκη από τις κομματικές του οργανώσεις, τις περιβόητες κλαδικές, αφού είχε ήδη αλώσει το κρατικό μηχανισμό.
Η άποψη αυτή ήταν προφανώς αφελέστατη, δεδομένου ότι αν κάποτε χρειάζονταν οι κομματικές οργανώσεις στο ΠΑΣΟΚ, όπως και σε οποιοδήποτε κόμμα, ήταν ακριβώς όταν κινδύνευε να χάσει την εξουσία. Στη πραγματικότητα η κίνηση αυτή όχι μόνο προετοίμασε την οργανωτική φθορά των πολιτικών κομμάτων – εκτός φυσικά από το ΚΚΕ, που είναι καθ' όλα ταυτισμένο με το λενινιστικό κόμμα νέου τύπου – αλλά διευκόλυνε την εκλογή Γιωργάκη στη προεδρία του ΠΑΣΟΚ, με “δημοκρατικές διαδικασίες από τη βάση”, που αντικατέστησαν εκείνες τις κομματικές και καταστατικές διαδικασίες που είχε μέχρι τότε οποιοδήποτε κόμμα, από την αριστερά μέχρι τη δεξιά.
Έτσι λοιπόν θριάμβευσε η αμερικανόφερτη “συμμετοχική δημοκρατία”, που πλασάριζε τότε φανατικά ο Γιωργάκης και επέτρεψε να ψηφίσει ο κάθε πικραμένος ακόμη και εκείνοι που δεν είχαν ποτέ περάσει μπροστά από τη Χαριλάου Τρικούπη ακόμη και μέσα σε λεωφορείο. Χωρίς όμως αυτό το πανηγύρι δεν θα ήταν δυνατή η εκλογή Σαμαρά επτά χρόνια αργότερα, όταν τέθηκε θέμα τρόπου εκλογής προέδρου, παρακάμπτοντας τις καταστατικές διαδικασίες, της Ν.Δ. που μέχρι τότε είχαν αποτελέσει ασφαλιστική δικλείδα για την εξασφάλιση της προκαθορισμένης διαδοχής με σεβασμό στους πραγματικούς και όχι σε εικονικούς εσωκομματικούς συσχετισμούς δυνάμεων.
Ας σκεφθούμε λοιπόν και εμείς λίγο την αλληλουχία των γεγονότων υπό το πρίσμα της εμπειρίας, που μας παρέχει η ίδια η ιστορία, ώστε να κάνουμε τις προβλέψεις και να πάρουμε – όσοι πρέπει - τα μέτρα μας.
Όσο για την άλλη σωστή παρατήρηση του πιτσιρίκου, ότι το κόμμα του “εξελιγμένου” πλαισιώνουν “χαζογκόμενες” παντός φύλλου και “χάπατα” - μάλιστα θα πρόσθετα και τύποι που έχουν εκφράσει τη πρόθεση: “στης Βουλής τα έδρανα, αχ κι εγώ να έκλανα”, του μεγάλου στιχουργού Ψαριανού – θα ήθελα επίσης να σχολιάσω, ότι δεν αρκεί αυτή και μόνο η διαπίστωση. Υπάρχουν πολλοί νέοι από 30 έως και 50 ετών, γιαπίδια, στελέχη εταιριών, μάνατζερς και μαρκετήαρς και με άλλα πολλά νεοεπαγγέλματα του σύγχρονου κορπορατισμού, διαχειριστές του συστήματος, με τεχνοκρατικές γνώσεις και πνεύμα, χωρίς να επιδιώκουν απαραίτητα καρέκλες, πέρα από την ολοκλήρωση των προσωπικών τους φιλοδοξιών που τους καλλιεργεί ο εταιρισμός και κορπορατισμός, επιβάλλοντας την αντίληψη του “ανταγωνισμού”, που όμως δεν είναι λίγοι και από την άλλη αποτελούν μια ανερχόμενη επαγγελματική και κοινωνική πολυπληθέστατη ομάδα μέσα στη παραγωγική διαδικασία, έστω κι αν αυτή περιορίζεται στον τομέα των υπηρεσιών.
Με άλλα λόγια δεν μπορεί και δεν πρέπει με τον αφορισμό και την κατηγοριοποίηση τους σε απολιτίκ, γιαπίδια κλπ να εγκαταλειφθεί στο έλεος και στην δημαγωγία του Σ. Θεοδωράκη και του συστήματος που εκπροσωπεί εκμεταλλευόμενος με τη φρασεολογία του και μόνο, τη φθορά του πολιτικού συστήματος που το ίδιο το σύστημα είχε δημιουργήσει, είχε επιβάλλει και εκμεταλλευτεί, υποσχόμενος ένα άλλο πιο δημιουργικό, ανταγωνιστικό και δήθεν αξιοκρατικό μέλλον, που βασίζεται όχι μόνο σε απλοϊκές, άλλα σε παιδαριώδεις αντιλήψεις.
Οι άνθρωποι αυτοί που λείπουν από την αριστερά σαν γνωσιακό, τεχνοκρατικό, διαχειριστικό κεφάλαιο και που λειτουργούν σαν αντίπαλοί της, εξακολουθούν να είναι χρήσιμοι απαραίτητοι και κομμάτι της παραγωγής, σε μια σύγχρονη κοινωνία που δεν προσδιορίζεται πλέον από τα παραδοσιακά παραγωγικά μοντέλα, αλλά από εκείνο που κυριαρχείται από το τομέα των υπηρεσιών, όπου το είδος της εργασίας, οι όροι της και οι παραγωγικές σχέσεις σε συνδυασμό με τη πολυπλοκότητα της εργασίας που επιβάλλει η τεχνολογική πρόοδος, απομακρύνουν από τον ορίζοντα του εργαζόμενου – που έχει απομείνει στο κόσμο της εργασίας και δεν έχει ενσωματωθεί στις στρατιές των ανέργων – την έννοια και τα ίδια τα μέσα παραγωγής πολύ δε περισσότερο και το στόχο για την κατάκτηση των μέσων παραγωγής προς όφελός του.
Επομένως αυτό που χρειάζεται μια σύγχρονη αριστερά είναι η βαθύτερη ανάλυση της σύγχρονης πραγματικότητας χωρίς να προσπαθεί να τη βάλει σε καλούπια παραδοσιακών αντιλήψεων, αλλά να χρησιμοποιεί αυτές τις τελευταίες σαν ένα από τα πολλαπλά εργαλεία ανάλυσης που έχει στη διάθεσή της σήμερα, για να εξηγήσει κοινωνικές συμπεριφορές και να τις κατευθύνει προς όφελός της, κάτι που οι αντίπαλοί της κάνουν εδώ και πολύ καιρό, με μεγαλύτερη επιτυχία και καλλίτερο, έστω και προσωρινό αποτέλεσμα.
Με άλλα λόγια θα πρέπει επιτέλους να προσδιορίσει με ακρίβεια και να πρωτοστατήσει στην εφαρμογή ενός σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, και όχι να συμμετέχει στο διάλογο της αοριστίας που έχουν καθιερώσει τα υπόλοιπα κόμματα αναγκασμένα να ψηλαφίσουν έστω και φραστικά την υπαρκτή αναγκαιότητα της αλλαγής της δομής της ελληνικής οικονομίας, που ξεχνώντας τη διάλυση της, μιλούν για την ανασυγκρότησή της, χωρίς να είναι σε θέση να δουν τίποτε άλλο εκτός από τον περιορισμένο ορίζοντα των υποσχόμενων ξένων ιδιωτικών επενδύσεων, που δημιουργούν θέσεις εργασίας, που περιμένουν οι Έλληνες επιχειρηματίες και εργαζόμενοι, στα ξεπουλημένα τους λιμάνια, σαν αχθοφόροι για να ξεφορτώσουν τα εμπορεύματα από τα πλοία που δεν θα 'ρθουν ποτέ. Ή όπως εκείνον τον ορίζοντα των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ, δηλαδή των κοινοτικών προγραμματικών πλαισίων εκμετάλλευσης που εμφανίζονται με τη μορφή ατέλειωτων γραφειοκρατικών παροχών ελεημοσύνης, που εκτός των άλλων επιβάλλουν όρους και χρονοδιάγραμμα απορρόφησης τους, σαν να κρατούν το ρυθμό που προχωράει η ουρά των ζητιάνων για το συσσίτιο, που έχει περισσέψει γιατί έχει προηγηθεί η διανομή στους ημέτερους.
Σε κάθε περίπτωση η αλλαγή του πραγματικού παραγωγικού μοντέλου και όχι εκείνου που πιπιλάνε σαν καραμέλα, οι νεόκοποι επίδοξοι και οι ανανεωμένοι παλαιάς κοπής διαχειριστές της πολιτικής και οικονομικής ζωής της χώρας, πρέπει να βασίζεται στην επανένταξη της πραγματικής οικονομίας στη παραγωγική διαδικασία και στις αγορές και όχι στη εικονική, πλασματική οικονομία που έχει επιβάλλει το τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα εκπροσωπώντας τις “αγορές”.
Και ας μην ξεχνάμε ότι ήταν υποχρέωση της αριστεράς να το είχε ήδη σχεδιάσει όλο αυτό το χρονικό διάστημα και όχι να φτάνει σήμερα να απολογείται για το αν η διαδρομή που προτείνει δεν θα απειλεί να εκτροχιάσει το τραίνο της Ελλάδας από την ευρωπαϊκή του πορεία και ότι η διαδρομή αυτή δεν θα βάζει σε κίνδυνο τις αποσκευές των επιβατών, μιας και οι περισσότεροι φαίνεται να νοιάζονται λιγότερο για τους ίδιους.
Στις παραμονές εκλογών δεν είναι καθόλου κακό, ακόμη κι όταν έχουμε αποφασίσει τι θα ψηφίσουμε, να εκφράζουμε τις αυξημένες απαιτήσεις μας, έστω και με λιγότερες προσδοκίες.
Καιρός είναι επίσης να μάθουμε να βλέπουμε πέρα από τη φαιδρότητα και το γέλωτα που μας προκαλούν τα πολιτικά πρόσωπα και οι πράξεις τους, τις σκοπιμότητες και τις βαθύτερες έννοιες που κρύβουν μέσα τους.
Δημοσίευση σχολίου