ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Κάποιες σκέψεις...

...εκτίμησης της κατάστασης μετά τις εκλογές και τις πολιτικές προοπτικές περιέχει το αναλυτικό σημείωμα του φίλτατου ΠΑΠ, που καταθέτουμε για προβληματισμό...

Εμείς κι ο ΣΥΡΙΖΑ
Είναι καιρός να κάνουμε τη ρήξη. Προϋπόθεση όμως είναι να κάνουμε πρώτα απ' όλα τη ρήξη με το παρελθόν. Το ίδιο μας το παρελθόν, το δικό μας παρελθόν. Το πως αυτή θα γίνει είναι σχετικά απλό, αν αναλύσουμε τη στάση που κράτησε η αριστερά – πάντα βέβαια σε κάποιες αναλογίες – απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, στη περίοδο της πρώτης διακυβέρνησης του.
Η εμπειρία αυτή δεν πρέπει να απορριφθεί συλλήβδην, ως μια συνολικά αδυναμία της αριστεράς να παρέμβει ευνοϊκά ως προς το κίνημα και να επηρεάσει τις εξελίξεις, ώστε να καταλήξει κανείς εύκολα στο συμπέρασμα, ότι η σοσιαλδημοκρατία, παλαιά ή σύγχρονη οδηγεί πάντα σε οπισθοδρόμηση.
Πρώτα απ' όλα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα οποιαδήποτε “σοσιαλδημοκρατικό” κόμμα. Μια τέτοια εκτίμηση είναι απλοϊκή και εξωπραγματική. Το αν και κατά πόσον αποτελεί κόμμα με τα κλασσικά κριτήρια σε μια φάση αποδόμησης του αστικού κράτους και του πολιτικού συστήματος με τις κλασσικές κομματικές του εκφράσεις ή κίνημα ή μέτωπο και μάλιστα σοσιαλδημοκρατικό με όρους μιας εξωπραγματικής πολιτικής γεωγραφίας, που δεν είναι ικανή να αποτυπώσει ικανοποιητικά το σύγχρονο παγκόσμιο πολιτικό χάρτη, ούτε τις εθνικές διαδρομές, είναι αντικείμενο μιας μακράς συζήτησης, που αλίμονο αν θα μπορούσε να περιοριστεί στο επίπεδο του ΣΥΡΙΖΑ.
Δεύτερο ακόμη κι αν δεχθούμε ότι έχουμε μπροστά μας μια “εξελιγμένη” και κατά συνέπεια διαφορετική μορφή σοσιαλδημοκρατίας, αυτομάτως μας βάζει μπροστά στο πρόβλημα μιας διαφορετικής αντιμετώπισης από εκείνες που θα έπρεπε να είχαμε κάνει σε παλιότερες περιστάσεις και τις οποίες δεν κάναμε, αλλά και δεν μπορούμε σήμερα να επαναλάβουμε.
Ούτε πάλι θα έχουμε κάποια σοβαρή δικαιολογία απέναντι στην ιστορία, αν εγκαταλείψουμε στη μοίρα τους και στην αγκαλιά των αντιπάλων μας ανθρώπους που δεν ξεκινάνε αυτή τη καινούργια προσπάθεια αλλαγής, υποχρεωτικά με την υστερόβουλη σκέψη της συναλλαγής ή του να βολευτούν αυτοί και οι κολλητοί τους ή που δεν έχουν υποχρεωτικά την ίδια με μας αντίληψη για την αλλαγή ή που δεν είναι έτοιμοι για τη σύγκρουση και την ανατροπή.
Κάτι τέτοιο πότε δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη, από μόνο του, από τους λίγους και μάλιστα χωρίς αυτούς τους πολλούς, οι οποίοι απ' ότι φαίνεται σήμερα είναι διατεθειμένοι να κάνουν απλά ένα βήμα παρά πέρα.
Είναι αλήθεια ότι οι κοινωνικές αλλαγές δεν θα γίνονταν αν δεν είχε προηγηθεί η αποφασιστικότητα και η πρωτοβουλία της πρωτοπορίας των λίγων που σκέφθηκαν, σχεδίασαν και τόλμησαν. Όμως τίποτε δεν θα είχε επιτευχθεί αν η πλειοψηφία του λαού δεν μετέτρεπε το όραμα των λίγων σε κινητήρια δύναμη που άλλαξε τον ρου της ιστορίας.
Φυσικά ας μην ετοιμάζονται οι επικριτές αυτής της άποψης να ισχυριστούν ότι η ιστορία του κινήματος είναι γεμάτη από παραδείγματα με λάθη, συμβιβασμούς και τελικά αποτυχίες.
Το ζήτημα δεν είναι αν το κίνημα και η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Το ζήτημα είναι κατά πόσον εμείς είμαστε σε θέση πλέον σήμερα να μετατρέψουμε δημιουργικά την μέχρι στιγμής αρνητική μας εμπειρία.
Αξίζει να θυμηθούμε τη στάση που κράτησε η αριστερά στα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, όταν ακόμη δεν είχαν ξεμυτίσει τα λαμόγια. Αιφνιδιασμένη από τις “θεσμικές” αλλαγές, τις οικονομικές παροχές, που επέτρεπαν τότε οι περιστάσεις, με το καταιγισμό των φραστικών λεονταρισμών και την οικειοποίηση για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ των δικών της συνθημάτων, χωρίς να έχει κατανοήσει πρώτα απ' όλα η ίδια πως θα έπρεπε να συμπεριφερθεί στη περίπτωση που κάποιος άλλος και όχι αυτή ξεκίναγε με μια – έστω και μικρής κλίμακας, χωρίς ταξική σύγκρουση – ανατροπή, τη πορεία του εκδημοκρατισμού της καθυστερημένης τότε Ελλάδας, αναλαμβάνοντας να φέρει σε πέρας το έργο που δεν είχε καταλάβει ότι είχε υποχρέωση να έχει ήδη φέρει σε πέρας η ίδια η ιδιότυπη αστική τάξη με τη Δεξιά, μπαλαντζάριζε ιδεολογικά και αγωνιστικά πέρα δώθε.
Άλλοτε πέταγε πέτρες και έκανε κριτική εξωπραγματική για αλλαγές που το ΠΑΣΟΚ από τη φύση δεν θα μπορούσε να κάνει, άλλοτε γίνονταν ουρά μετά από τις ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες, χωρίς να τις αξιοποιεί ή να τις κατοχυρώνει όπως έπρεπε στη συνείδηση του κόσμου, αρκούμενη σε μια θεσμική ή νομική – συνταγματική κατοχύρωση. Άλλοτε πάλι να σιωπά, αφού κάποιος άλλος είχε ικανοποιήσει τις διεκδικήσεις των εργαζομένων και συνεπώς δεν είχε πλέον λόγω η δυναμική της παρουσία, αφού για πρώτη φορά για τα τα ζητήματα δίνονταν πλέον κυβερνητική λύση.
“Στο κάτω, κάτω τι χρειάζεται λοιπόν το κίνημα”.
Σιγά σιγά πέρασε και η αντίληψη, ότι “ο αγώνας δικαιώθηκε”.
Τέλος: που θα πάει κάποια στιγμή ο λαός θα καταλάβει ότι αυτή δεν είναι αλλαγή. Ώσπου ο λαός, αφέθηκε, βολεύτηκε και κατάλαβε, ο,τι κατάλαβε !
Όλα αυτά που θα 'λεγε κανείς ότι ανήκουν στο παρελθόν, δυστυχώς πληρώνονται στο παρόν και καθορίζουν απόλυτα το μέλλον μας.
Στο μεταξύ οι κόντρες μεταξύ των κομμάτων συνεχίζονται σε αμείωτο βαθμό θυμίζοντας τη προεκλογική περίοδο και όπως συνήθως όχι μέσα στο κοινοβούλιο, μιας και αυτό δεν έχει ακόμη συνέλθει σε σώμα. Οι αντίπαλοι εχουν επιλέξει ένα προσφιλέστερο γι αυτούς τόπο και τρόπο που δεν είναι άλλος από τα τηλεοπτικά παράθυρα. Τα τηλεοπτικά κανάλια συνεχίζουν να θεωρούν ότι
μπορούν να εξακολουθήσουν να παίζουν στο όνομα της ελεύθερης και μαχητικής, αδέσμευτης δημοσιογραφίας, το ρόλο που τους έχουν απονείμει οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες τους με την ανοχή και τη συναίνεση του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος. Αυτός φυσικά δεν περιορίζεται σε ρόλο διαιτητού των κομματικών συγκρούσεων φτηνού επιπέδου, μακρυά από κάθε είδους σοβαρό διάλογο ουσίας ή σε ρόλο οικοδεσπότη – ανακριτή προσυζητημένων υποθέσεων, αλλά και σε ρόλο υπαγόρευσης και σχεδιασμού της πολιτικής υπεράνω κυβερνητικών θεσμών και μηχανισμών.
Ό μόνος που μπορεί να βάλει φραγμό σε αυτή τη παρακρατική μορφή εξουσίας είναι ο ίδιος ο λαός με τη δική του ενεργητική παρέμβαση στο πολιτικό γίγνεσθαι, κάτι που οι παλιότερες γενιές το έχουμε ξεχάσει, ενώ οι νεότερες δεν το έχουν καν γνωρίσει. Η άσκηση της πολιτικής σε μια υγιή δημοκρατία δεν μπορεί να εξαντλείται στη περίφημη λαϊκή ετυμηγορία με τη ψήφο της τετραετίας, αλλά αντίθετα θα πρέπει να αποτελεί διαρκές μέλημα των πολιτών με κάθε λογής έκφραση, όπως με τις κινητοποιήσεις και όχι με τη επίδοση λευκής επιταγής και τη καθιερωμένη διαδικασία αναμονής και της λογικής του “ας περιμένουμε και θα δούμε”.
Με την ίδια λογική δεν μπορούμε να αντικαταστήσουμε τους αγώνες με τη τηλεθέαση και τις δημοσκοπήσεις. Ο λαός πρέπει όχι μόνο να έχει άποψη για τα όσα γίνονται και αποφασίζονται, αλλά και να τη διατυπώνει. Δυστυχώς υπάρχει το βαρύ φορτίο της αρνητικής εμπειρίας του παρελθόντος με τον εκφυλισμό και την εκμετάλλευση του συνδικαλιστικού, του μαζικού και του κάθε διεκδικητικού κινήματος, σε συνδυασμό και με τους δογματικούς ή συντεχνιακούς και γενικότερα τους χωρίς ρεαλισμό και μεθοδικότητα στόχους, που μετέτρεψαν ένα άλλοτε ισχυρό λαϊκό κίνημα με πολύ μεγάλη παράδοση σε ένα τυπολατρικό και αναποτελεσματικό κίνημα διαμαρτυρίας χωρίς σαφή προσανατολισμό, μαζικότητα και μαχητικότητα.
Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν η απογοήτευση, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς φορείς και στον εαυτό του, η ηττοπάθεια και ο φόβος απέναντι στη βία και στην αυταρχικότητα, η οποία συγχέεται με τη δύναμη του καθεστώτος και η αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα και κυρίως η έλλειψη αλληλεγγύης, που σφυρηλατείται μέσα από τους αγώνες.
Σήμερα περισσότερο από άλλες φορές είναι ανάγκη να αναπτυχθεί και πάλι ένα πλατύ λαϊκό κίνημα. Αυτό δεν είναι μια τυπολατρική αντίληψη που επιβάλει κάποια καθιερωμένη ή αναμφισβήτητα επιβεβαιωμένη ιστορική υποχρέωση και επιταγή. Δεν είναι ανάγκη να ακολουθηθούν στερεότυπες κλασσικές μορφές και μέθοδοι, ανεξάρτητα από το αν είχαν ή δεν είχαν αποδώσει. Θα πρέπει να αναζητηθούν νέες πιο δημιουργικές μορφές με φαντασία, προσαρμοσμένες στις σύγχρονες ανάγκες και απαιτήσεις, που να μπορούν να συγκινήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα κοινωνικά στρώματα και δυνάμεις. Επιπλέον την απαραίτητη για την αποτελεσματικότητα οργάνωση, που είναι άλλωστε προϋπόθεση επιτυχίας οποιουδήποτε “συστήματος” δεν θα πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε με όρους και κλισέ παλαιότερων εποχών.
Κάθε εποχή θα πρέπει να έχει τη δική της “νέου τύπου” οργάνωση.
Η κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, ανέδειξε μια σειρά από συσσωρευμένα προβλήματα. Μέσα σε αυτά και η κρίση του πολιτικού συστήματος, το οποίο δεν έκανε τίποτε να την αποσοβήσει, μιας και το ίδιο την προκάλεσε, αλλά ακόμη και όταν ξέσπασε δεν έκανε πάλι τίποτε ουσιαστικό για να την αντιμετωπίσει. Απεναντίας ακολούθησε τη δύνη της κρίσης και βυθίστηκε μαζί της συμπαρασύροντας μαζί του την ελληνική κοινωνία. Έτσι μαζί με το πολιτικό σύστημα που κατέρρευσε κατέρρευσαν και οι φορείς που το στήριζαν και μέσα από τους οποίους το ίδιο εκφράζονταν, δηλαδή τα πολιτικά κόμματα. Ακόμη κι εκείνα που δεν κατέρρευσαν καταδικάζονται σε απομόνωση και μαρασμό, παρ' όλο που τα ίδια βρίσκουν κάθε λογής προσχήματα να δικαιολογήσουν την φθορά τους, υπολογίζοντας το κατά πόσο “συγκράτησαν” τις
δυνάμεις τους σε κάθε εκλογική σύγκρουση, συγκρίνοντας την αντίστοιχη φθορά των αντιπάλων τους και ξεχνώντας όλοι μαζί, ότι το εκλογικό σύστημα δεν δίνει τη δυνατότητα στο λαό να εκφράσει ανοιχτά τη περιφρόνησή του. Εξ άλλου το εκλογικό σύστημα λειτουργεί περισσότερο σαν μηχανισμός συντήρησης αυτών των απαρχαιωμένων μηχανισμών, παρά σαν μέσο δημοκρατικής έκφρασης της λαϊκής βούλησης.
Παράλληλα καταρρέει και το αστικό σύστημα διακυβέρνησης με την αστική δημοκρατία να μην είναι σε θέση να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά του ίδιου του αστικού κράτους. Μαζί με αυτό και οι κατακτήσεις του λαϊκού κινήματος, όπως το προνοιακό κράτος με την ασφάλιση, τις συντάξεις, τη περίθαλψη, οι στοιχειώδεις δημοκρατικές ελευθερίες και οι θεσμοί σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, οι στοιχειώδεις αρχές δικαίου του αστικού κράτους απειλώντας το ίδιο τα κράτος -
έθνος με εξαφάνιση. Όλη αυτή η ταξική, κοινωνική και πολιτική αποδόμηση δεν είναι αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων. Το αστικό κράτος δεν συνθλίβεται κάτω από τη πίεση της εργατικής τάξης και του λαϊκού κινήματος, αλλά από την ίδια τη κρίση του καπιταλισμού που περνάει σε μια άλλη καταστροφική φάση κλιμάκωσής της. Την ίδια στιγμή που συνθλίβονται το σύνολο των κοινωνικών στρωμάτων η διεθνής ολιγαρχία αναζητεί άλλους προσφορότερους, αποτελεσματικότερους και ολιγότερο οδυνηρούς γι αυτή τρόπους διακυβέρνησης. Τώρα όμως είναι και η στιγμή που μπορούν να απελευθερωθούν κοινωνικές δυνάμεις για να ανατρέψουν τη πορεία προς όφελος της ολιγαρχίας και να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία της κοινωνικής αλλαγής.
Το πρώτο βήμα έγινε με την εκλογική πλειοψηφία να δίνεται σε κόμματα που καταδίκαζαν τη πολιτική της εξάρτησης, της υποτέλειας και της λιτότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πια σχηματίσει κυβέρνηση. Ο λαός δεν μπορεί να παραμείνει παρατηρητής και να του αναθέσει κατ' αποκλειστικότητα την ευθύνη της αλλαγής. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν και κατά πόσον οι προθέσεις και οι δυνατότητες του ΣΥΡΙΖΑ ή της κυβέρνησης του, αρκούν για να πραγματοποιήσουν την αλλαγή. Ο λαός δεν πρέπει να χάσει την ευκαιρία, μεγάλη ή μικρή και να αφήσει όπως συνήθιζε μέχρι τώρα τη τύχη του και το μέλλον του στο έλεος ή στην αποκλειστικότητα της διαχείρισης του όποιου κυβερνητικού έργου από κάποιους ειδικούς ή αφοσιωμένους με καλές ή με αμφίβολες προθέσεις, που έχουν ή δεν έχουν ικανότητες, που ενδεχόμενα στη πορεία να αποδειχθούν μια άλλη εκδοχή της εναλλαγής του συστήματος. Πολύ δε περισσότερο δεν έχει πια το περιθώριο και τη πολυτέλεια να κρίνει αποστασιοποιημένος εκ των υστέρων αν κάποιοι που ψήφισε έκαναν καλά τη δουλειά τους ή αν τον κορόιδεψαν. Αυτή τη φορά θα φταίει ο ίδιος αν εξαπατηθεί ή αν απλά δεν καταφέρει να κάνει ένα βήμα παραπέρα, να κατακτήσει αυτά που έπρεπε ήδη να του ανήκουν. Δεν θα υπάρχουν πλέον και οι συνήθεις δικαιολογίες για το τι συνέβη. Ας πάψει επιτέλους η αναζήτηση της εξήγησης να γίνεται η δικαιολογία για να κρύψουμε την άρνησή μας να ακούσουμε και να μάθουμε, ώστε να αποφύγουμε να πάρουμε το κομμάτι που μας αναλογεί στις κινητοποιήσεις.
Οι κινητοποιήσεις δεν είναι απαραίτητα να κινούνται στη κατεύθυνση της αντιπαλότητας της κυβερνητικής πολιτικής. Μπορεί και πρέπει με την ίδια μαχητικότητα και ζωντάνια να είναι υποβοηθητικές σε μια κατεύθυνση υποστήριξης των θετικών μέτρων, ώστε να γίνεται κατανοητό προς πάσα κατεύθυνση μέσα και έξω από τη χώρα ότι ο λαός συμφωνεί ή δεν συμφωνεί με τις κυβερνητικές επιλογές, κάνοντας να ακουστεί ο ίδιος τη φωνή του και τη θέλησή του και όχι μέσα από τις αναμεταδόσεις των ΜΜΕ, όπου η λαϊκή βούληση εκφυλίζεται στα πάνελ, στα παράθυρα και στα δελτία των ειδήσεων από τα στόματα των πολυάριθμων καλοπληρωμένων ειδικών, παρουσιαστών, δημοσιογράφων, αναλυτών, δημοσκόπων και προ πάντων καιροσκόπων.
Μόνον έτσι, μέσα από ένα ενεργό γνήσιο ενεργητικό μαζικό λαϊκό κίνημα είναι δυνατόν να στηρίξει ότι σταδιακά κατακτάει και να προχωρήσει σε ουσιαστικότερες αλλαγές και την απαλλαγή του από τη σημερινή κατάσταση της κοινωνικής καταπίεσης και αδικίας, παλεύοντας για τη οριστική ανατροπή. Μόνον έτσι μπορεί να στηρίξει τις δυνάμεις εκείνες που με το κυβερνητικό έργο θα παλέψουν μαζί του για την αλλαγή.
Είναι μεγάλο μειονέκτημα το ότι ένα τέτοιο κίνημα δεν αναπτύχθηκε πριν από τις εκλογές, είτε αυθόρμητα, είτε με πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως ποτέ δεν είναι αργά. Από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επανειλημμένα εκφράσει τη διάθεση για τη δημιουργία ενός διεκδικητικού κινήματος και από τη στιγμή μάλιστα που έδωσε ήδη θετικά δείγματα του πως αντιλαμβάνεται την έννοια των κινητοποιήσεων, όπως και το ρόλο των δυνάμεων εκείνων, που μέχρι τώρα ήταν η βίαια καταστολή κάθε έκφρασης διαμαρτυρίας, είναι ευκαιρία, υποχρέωση και πρόκληση για το λαό να βρει τις κατάλληλες μορφές έκφρασης της γνώμης και της πάλης του, ώστε να δίνει πάντα με ενεργητικό τρόπο το αγωνιστικό του παρών σε κάθε γεγονός, όχι μόνο όταν συμβαίνει, αλλά και για να συμβαίνει.
Δημοσίευση σχολίου