ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πως προχωράμε

Ετσι επιγράφεται το άρθρο, που διαβάσαμε στον ιστότπο ΕΟΣ (Ενωση οπαδων για την Συσπείρωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς -http://enosy.blogspot.gr/2015/02/blog-post.html) και αναφέρεται σε πολιτικο-οργανωτικά ζητήματα του ΣΥΡΙΖΑ με ευρύτερον όμως ενδιαφέρον... Αντιγράφουμε.

«Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πως προχωράμε» 

Μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, οι προσδοκίες και οι αγωνίες των μελών του κόμματος, ευρύτερα της κοινωνίας, συγκεντρώνονται στην ανοικτή διαπραγμάτευση με τους θεσμούς της Ε.Ε και στα πρώτα δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης στο εσωτερικό. Η παρακολούθηση/αποτίμηση των εξελίξεων γίνεται ατομικά και εκφράζεται αποσπασματικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν λειτουργούν συλλογικές διαδικασίες στο κόμμα, τα μέλη και ο κόσμος που το επέλεξε εκλογικά δεν έχουν τρόπο να εκφράσουν δημόσια ούτε καν την στήριξή τους στην πολιτική της διαπραγμάτευσης.

Η ανάθεση δεν είναι καλός σύμβουλος. Το συλλογικό κείμενο που ακολουθεί είναι μια ελάχιστη παρέμβαση σε ένα από τα θέματα που απασχολούν πολλούς συντρόφους/ισες:

Μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τη μεγάλη ικανοποίηση για την απομάκρυνση της κυβέρνησης Σαμαρά που, μαζί με τις άλλες μνημονιακές κυβερνήσεις, οδήγησαν την κοινωνία και τη χώρα σε καταστροφή, τα τεράστια συσσωρευμένα προβλήματα βρίσκονται ανοιχτά και πιεστικά μπροστά μας.

Για πολλούς συντρόφους και συντρόφισσες έχουν τεθεί σοβαρά ερωτήματα όσον αφορά τη δομή αλλά, κυρίως, τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης και τη συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με το ακροδεξιό κόμμα ΑΝΕΛ, που τοποθετήθηκε μεν σταθερά αντιμνημονιακά έχει, όμως, προβληματικό παρελθόν όχι μόνο ιστορικά αλλά και στη διάρκεια της πρόσφατης τετραετίας. Το ότι στην πολιτική ευρωπαϊκή γεωγραφία κόμματα όπως οι ΑΝΕΛ καταγράφονται στο δεξιότατο άκρο έχει σημασία και δεν μπορεί να παρακάμπτεται επειδή τα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα, εφαρμόζοντας άκρως νεοφιλελεύθερες πολιτικές, είναι οι κύριοι υπαίτιοι της ανόδου της ακροδεξιάς. Ας θυμηθούμε μόνο την ιστορία της Ευρώπης στο Μεσοπόλεμο και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που ακολούθησε. Οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές και μπορεί οι ΑΝΕΛ να είναι πολιτικά ένα κόμμα «εξημερωμένο», πάντως οι τοποθετήσεις του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Π. Καμμένου από κοινού με τον Υπουργό Εξωτερικών Ν. Κοτζιά σε θέματα εξοπλισμών και σχέσεων με τη Ρωσία, τις οποίες έσπευσαν να υποστηρίξουν πρόσωπα όπως ο Φαήλος Κρανιδιώτης, ο Νικήτας Κακλαμάνης και το κόμμα της Χρυσής Αυγής από τον Κορυδαλλό, δεν προοιωνίζονται ανέφελες μέρες. Εξίσου επικίνδυνος είναι ο χειρισμός στο θέμα των Ιμίων, την ώρα μάλιστα που η Χρυσή Αυγή οργανώνει πορεία για την επέτειο. Θα πείτε και τι μπορούσε να γίνει; Απαντάμε : τίποτε πολύ διαφορετικό σήμερα, αλλά μια άλλη πορεία διαμόρφωσης της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ, από την πρώτη εποχή δημιουργίας του, θα είχε οδηγήσει σε διαφορετικά σημερινά δεδομένα.



Δεν κάνουμε παρελθοντολογία. Αλλά, έστω εκ των υστέρων, η συνείδηση των ταυτοτικών χαρακτηριστικών του ΣΥΡΙΖΑ που διαμορφώθηκαν από την πρώτη εποχή της αθωότητας και των ελπίδων, με τις συνιστώσες και την κοινή εκλογική κάθοδο του 2004, θα βοηθήσει σε ερμηνείες των ορίων και του χαρακτήρα της πολιτικής που ασκεί σήμερα το κόμμα. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι τα ερωτήματα, οι δυσπιστίες, οι διαφωνίες, ακόμα και οι συγκρούσεις, οι οποίες εγείρονταν στον κομματικό βίο της 10ετίας, αντιμετωπίστηκαν ασύνδετα μεταξύ τους. Δημιουργούσαν τραύματα και αποστρατεύσεις, αλλά χάνονταν στη λήθη μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο πρόβλημα. Έτσι, τα μέλη εκείνα του κόμματος που με ειλικρίνεια θέτουν ζητήματα τα οποία άπτονται της διαμόρφωσης ενός μαζικού, δημοκρατικού, αριστερού κόμματος, μένουν εγκλωβισμένα στις εκάστοτε απορίες τους, ενώ το κόμμα οικοδομείται ερήμην αυτών και άλλων σοβαρότατων ενστάσεων. 
Σήμερα, τίθεται με καθυστέρηση το ζήτημα των σχέσεων κόμματος-κράτους μέσα από ερωτήματα συγκυριακά, τα οποία άπτονται θεμελιακών ταυτοτικών χαρακτηριστικών των αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων ιστορικά, σε εποχές που η θεωρία ήταν εξίσου σημαντική με το πολιτικό σχέδιο και η ταξική πάλη, όπως θα έλεγε ο Αλτουσέρ, διαπερνούσε τις θεωρίες.

Όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα νεοσύστατο κόμμα το οποίο οικοδομήθηκε με συγκεκριμένη ιδεολογική/πολιτική κατεύθυνση και απέκτησε συγκεκριμένη μορφή και φυσιογνωμία. Δεν είναι ένα μαζικό, δημοκρατικό, ανοιχτό στην κοινωνία και τις αντιφάσεις της κόμμα αλλά μια εσωστρεφής πολιτική οργάνωση, που σταδιακά συρρικνωνόταν αριθμητικά, έκλεινε κοινωνικά, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονταν σε κλειστά «ηγετικά» επιτελεία, ύστερα από συμβιβασμούς μεταξύ τάσεων και με ενσωμάτωση των πρώην συνιστωσών στο πολιτικό κέντρο. 

Πρόκειται για διαδικασίες που αναφέρονται σε ιστορικούς αναχρονισμούς της αριστεράς αλλά κυρίως ταυτίζονται με αυτές της συγκρότησης των σύγχρονων αστικών κομμάτων. Ορισμένα θεμελιακά ερωτήματα, τα οποία έθεσαν οι κομμουνιστές θεωρητικοί στις δεκαετίες 1960 - 1970, των παγκόσμιων εξεγέρσεων και επαναστάσεων, αφορούν στη σχέση των αριστερών κομμάτων με το κράτος τόσο στην εποχή πριν την κατάληψη της εξουσίας όσο και κατά τη μεταβατική περίοδο μετά την ανάληψη της κυβέρνησης. Τα αστικά κόμματα είναι μέρος των θεσμών του κράτους και το διακύβευμα από τη σκοπιά της αριστεράς είναι αν τα αριστερά κόμματα αντιγράφουν την υλικότητα (και κατά συνέπεια αργά ή γρήγορα την πολιτική) των αστικών κομμάτων ως κρατικών μηχανισμών. Στη διάρκεια του συνεδρίου ψηφίστηκε στο καταστατικό του νεοσύστατου ενιαίου κόμματος η διάταξη 27 «Σχέσεις ΣΥΡΙΖΑ με το κράτος και την κυβέρνηση» 

1. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως μαζικό δημοκρατικό κόμμα της Αριστεράς, στηρίζεται στις κοινωνικές δυνάμεις και δεν εξαρτά την επιβίωσή του από κάθε είδους σχέση με τους κρατικούς μηχανισμούς.

2. Η συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικά σχήματα υπακούει στις γενικές πολιτικές και προγραμματικές κατευθύνσεις που χαράσσουν τα καθοδηγητικά όργανα του κόμματος.

3. Ο ΣΥΡΙΖΑ στην περίπτωση που συμμετάσχει στη διακυβέρνηση της χώρας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την οργανωτική και πολιτική του αυτονομία έναντι της κυβέρνησης και του κράτους.
Τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που καταλαμβάνουν οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα, αιρετό ή μη, πάντοτε σε συνεννόηση με τα αρμόδια κομματικά όργανα, οφείλουν να το ασκούν με τον τρόπο και το ήθος που αρμόζει στην Αριστερά και με σεβασμό στις πολιτικές αρχές του κόμματος. Με ευθύνη της Κεντρικής Επιτροπής συντάσσεται ειδικός κανονισμός δεοντολογίας για τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που κατέχουν πάσης φύσεως δημόσια αξιώματα.

Τα στελέχη που κατέχουν αμειβόμενη κυβερνητική θέση ή αξίωμα (μέλος Υπουργικού Συμβουλίου ή μέλος ΔΣ Δημόσιου Οργανισμού /Διεθνούς Οργανισμού ή Ανεξάρτητης Αρχής/ΔΕΚΟ/ΝΠΔΔ/Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς Υπουργείων, Υφυπουργοί), δεν μπορεί να υπερβαίνουν το 25% των μελών κάθε οργάνου του κόμματος.

Στη ψήφιση αυτού του άρθρου πρωτοστάτησαν μέλη που κατανόησαν το υπερκείμενο θεωρητικό/πολιτικό διακύβευμα της αποτροπής κρατικοποίησης ενός αριστερού κόμματος. Η διάταξη αυτή, μαζί με τη σχετική διάταξη για τη διαχείριση των πόρων που ο ελληνικός λαός παρέχει στο κόμμα μέσω απευθείας χρηματοδότησης, βουλευτικών αποζημιώσεων και αποσπάσεων στελεχών, αποτέλεσαν κάποιες από τις αναγκαίες θεσμικές δικλείδες ασφαλείας ώστε το κόμμα να μην αποτελέσει, ήδη πριν την ανάληψη της κυβέρνησης, μικρογραφία πελατειακού κράτους και να μην ακυρώσει την αυτονομία του από την κυβέρνηση μετά την ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης. Οι δύο αυτοί καταστατικοί θεσμοί δεν τηρήθηκαν ποτέ ούτε πριν ούτε μετά την κυβερνητική εντολή. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώθηκε εκτός καταστατικών αρχών και αριστερής δεοντολογίας σ’ ένα κλειστό, αδιαφανές, συγκεντρωτικό σύστημα γύρω από τον πρόεδρο του κόμματος, τους συνεργάτες του και τα στελέχη που επιλέγονταν ατομικά ή ως εκφραστές συγγενών τάσεων με το εν εξελίξει πολιτικό σχέδιο.

Το κόμμα πέρασε μια περίοδο εσωτερικών συγκρούσεων με επίδικο την κυριαρχία των προσώπων και των τάσεων που στήριξαν το συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο. Τα ενδιάμεσα όργανα και η Κεντρική Επιτροπή αποτέλεσαν ένα είδος ομοσπονδίας επιμέρους συνιστωσών και ισορροπίας προσωπικών στρατηγικών, ενώ οι αποφάσεις επιβάλλονταν σταδιακά - και πάντως όχι αναίμακτα. Το κόμμα κατηγορήθηκε από μέρος της ηγεσίας, όταν υπήρχαν αντιδράσεις σε πρόσωπα και επιλογές, ως κλειστό και εσωστρεφές. Αυτό ισχύει εν μέρει. Γιατί όμως ; Γιατί οι διευρύνσεις δεν αφορούσαν διακεκριμένα μέλη της κοινωνίας των πολιτών, άτομα που συνεισέφεραν σε αγώνες ή στην ταυτότητα των τοπικών κοινωνιών, ανεξαρτήτως προηγούμενης πολιτικής ένταξης. Ήταν πρόσωπα του παλαιού, φθαρμένου και συχνά διαπλεκόμενου, πολιτικού κατεστημένου.

Τα σύγχρονα αστικά κόμματα έχουν απωλέσει τον ιστορικό ρόλο τους. Δεν εκπροσωπούν κοινωνικά συμφέροντα, τα οποία διαχειρίζεται η εκτελεστική εξουσία, δεν είναι φορείς παραγωγής ιδεολογίας, η οποία ανατίθεται στον κύριο ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους - τα ΜΜΕ. Τα κόμματα είναι αρχηγικά, συντίθενται από περιορισμένα αριθμητικά επιτελεία και τεχνοκράτες. Το κύριο όργανο του κόμματος είναι η κοινοβουλευτική ομάδα, η οποία αποκτά τον κεντρικό αν όχι τον αποκλειστικό ρόλο αντιπροσώπευσης του κόμματος. Η θέση των βουλευτών, παρότι δεν αποφασίζουν αυτοί αλλά τα κεντρικά επιτελεία, είναι σημαντική και επαρκώς αμειβόμενη. Έτσι ανακύπτουν προσωπικές στρατηγικές και χρησιμοποιούνται αθέμιτα μέσα ατομικής προβολής και ψηφοθηρίας σε ορισμένες περιπτώσεις. 

Μ’ άλλα λόγια, τα κόμματα δεν έχουν σοβαρό ρόλο στη σύγχρονη τηλεοπτική δημοκρατία, όπου η κοινή γνώμη δεν διαμορφώνεται μέσα από ενσυνείδητη συμμετοχή στην πολιτική και αντίληψη των κοινωνικών συγκρούσεων αλλά μέσω δημοσκοπήσεων. Πρόκειται για ισχυρές μεταλλαγές, οι οποίες αντιστοιχούν στην εποχή κυριαρχίας του παγκόσμιου κεφαλαίου και των πολυεθνικών, ενώ μέρος της εθνικής κυριαρχίας εκχωρείται σε ανεξέλεγκτους, υπερεθνικούς θεσμούς, συρρικνώνοντας κατά συνέπεια τη λαϊκή κυριαρχία. Οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, όπου διατηρούνται, αποκτούν ολιγαρχικά χαρακτηριστικά με την κατάργηση όλων των ενδιάμεσων του κοινοβουλίου δημοκρατικών θεσμών και την αποστασιοποίηση του λαού από τις εκλογικές διαδικασίες.

Τούτων δεδομένων το να θέτει κανείς από καιρού εις καιρόν θέματα δημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος και σήμερα θέματα απώλειας της αυτονομίας του έναντι του κράτους, δηλαδή θέματα διαχωρισμού κυβέρνησης/κόμματος, αποτελεί μεν μια υπενθύμιση δεοντολογίας και αρχών χωρίς, όμως, κανένα απολύτως πρακτικό αντίκρισμα. Δυστυχώς, οι προτάσεις και οι υποδείξεις, οι αντιρρήσεις/αντιδράσεις των ανησυχούντων μελών πέφτουν στο κενό γιατί δεν υπάρχει καμμία διαδικασία επιρροής τους στην κεντρική πολιτική. Ο κίνδυνος να αρχίσουμε να επισημαίνουμε θέματα για την τιμή των όπλων και ο κίνδυνος να εκλαμβάνεται μια πολύ σοβαρή αντίθεση ως γκρίνια στο κατά τα άλλα επιτυχημένο σχέδιο κατάκτησης της κυβέρνησης, είναι κίνδυνοι απολύτως υπαρκτοί.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικότητα που καθορίστηκε από πράξεις και παραλείψεις, με τον αποκλεισμό ενός σημαντικού δυναμικού του κόμματος αλλά και της κοινωνίας. Η κοινωνία είναι έξω από το παιχνίδι σε μια ιστορική συγκυρία που μόνο οι ενεργές και συγκροτημένες λαϊκές δυνάμεις θα μπορούσαν να παίξουν θετικό ρόλο στη σύγκρουση με πανίσχυρους αντίπαλους εκτός Ελλάδας και μέσα στη χώρα μας. «Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πως προχωράμε». Όχι ως ομάδες πίεσης - λόμπυ - στα κυβερνητικά υπουργεία, αλλά ως αριστεροί πολίτες, εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ, που αναλαμβάνουν το μερίδιο ευθύνης το οποίο τους αναλογεί απέναντι στο λαό και τη χώρα. Ούτε ο ρόλος της καταγγελίας, ούτε ο ρόλος των επισημάνσεων σε ώτα μη ακουόντων, ούτε καν η διαμαρτυρία χωρίς εναλλακτική αντίληψη, μπορούν να συγκροτήσουν μια αριστερή ερμηνεία των δεδομένων και αντίστοιχες πρωτοβουλίες δράσης στη σημερινή εξαιρετικά δύσκολη, περίπλοκη και ταυτόχρονα θετικά αντιφατική συγκυρία. 
Δημοσίευση σχολίου