ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ

Εξαιρετικά ενδιαφέρον με πλήθος αναφορών σε πλήθος ζητημάτων είναι το κείμενο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΒΟΥΡΑ, που αντιγράφουμε από την ISKRA.

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ 

Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και η ανάδειξή του σε βασικό κορμό της νέας κυβέρνησης ήταν το αποτέλεσμα της πάλης του κινήματος το οποίο αναζητούσε πολιτική διέξοδο από το φαύλο κύκλο του μνημονιακού καθεστώτος και τη βρήκε στο ΣΥΡΙΖΑ, από τη στιγμή εκείνη που η οργανωμένη κομμουνιστική Αριστερά αρνήθηκε να αναλάβει την ευθύνη να οδηγήσει τη χώρα εκτός ΕΕ και ΟΝΕ, αρνήθηκε να αναλάβει ευθύνες εξουσίας, δηλώνοντας δημόσια, και χωρίς τσίπα, δια στόματος Αλέκας Παπαρήγα, μπροστά από τις εκλογές του 2012, ότι «εμείς αν πάρουμε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης (σ.σ από τον ΠτΔ) θα την παραδώσουμε» (!!!).
Η απομάκρυνση της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και η ανάδειξη νέας κυβέρνησης με αντιμνημονιακό προσανατολισμό αποτελεί νίκη του εργατικού και ευρύτερου λαϊκού κινήματος, το οποίο πήγε μέχρι εκεί που το κάλεσαν να πάει οι πολιτικές δυνάμεις που διατείνονται ότι το εκπροσωπούν.
Τα πρώτα φιλολαϊκά μέτρα που εξαγγέλθηκαν από το νέο κυβερνητικό επιτελείο αποτελούν εργατικές κατακτήσεις, το εύρος των οποίων εξαρτάται πάντα από τη δυναμική και την ορμή του κινήματος.
Οι εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις και η δημιουργία συνθηκών διεκδίκησης αποτελούσε παράγοντα ανησυχίας της άρχουσας αστικής τάξης και της Τρόικα, πριν τις εκλογές, σε σχέση με τη διατάραξη της ομαλής υλοποίησης του μνημονιακού προγράμματος το οποίο αποτελεί την μοναδική πολιτική εξόδου από την κρίση της.
Αυτή η ανησυχία της αστικής τάξης παίρνει εν μέρει σάρκα και οστά και μπορεί να γίνει ο εφιάλτης της, αν οι κομμουνιστές και άλλοι Αριστεροί ριζοσπάστες και επαναστάτες κατανοήσουν σωστά την ιστορικότητα της περιόδου που διανύουμε και δεν περιοριστούν στην κατεύθυνση κάποιων μεταρρυθμίσεων ή στη στείρα γραμμή που προβάλλουν οι βασικές οργανωμένες δυνάμεις της κομμουνιστικής Αριστεράς, οι οποίες προσανατολίζονται να ασκήσουν…σκληρή «Αριστερή εργατική-λαϊκή αντιπολίτευση» στην κυβέρνηση, επιβεβαιώνοντας την κριτική μας σχετικά με τη μετατροπή, από την πλευρά τους, του κομμουνιστικού κινήματος, από κίνημα εξουσίας σε κίνημα διαμαρτυρίας.
Τα πρώτα φιλολαϊκά μέτρα που εξαγγέλθηκαν, τα οποία δεν απαντούν φυσικά στα συσσωρευμένα εργατικά προβλήματα, και τα χαμόγελα ανακούφισης και ικανοποίησης από το πρώτο όχι της κυβέρνησης στην Τρόικα, κινδυνεύουν να αποτελέσουν ένα ευχάριστο διάλειμμα για την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό, αν δεν συνοδευτούν από μια συνολική απάντηση στην κρίση και την απαραίτητη απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους το οποίο αποτελεί ανασχετικό παράγοντα στην υλοποίηση φιλολαϊκής πολιτικής.

Η διαγραφή του δημόσιου χρέους, εκτός αυτού προς τα ασφαλιστικά ταμεία, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση ακόμα και αυτού του, περιορισμένου εύρους, προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, κορυφαία κυβερνητικά στελέχη του οποίου στοχεύουν σε κάποιας μορφής «Νιου Ντιλ» ή σε μια νέο- κεϋνσιανή πολιτική ανάπτυξης η οποία, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι πραγματοποιήσιμη στις συνθήκες της χώρας.
Η κεϋνσιανή πολιτική ήταν η απάντηση καπιταλιστικών κρατών στις μεγάλες κρίσεις, όπως αυτή του 1929-30, αλλά και μεταπολεμικά, και συνίσταται σε ένα μείγμα πολιτικής που προβλέπει την άμεση παρέμβαση του κράτους και της κυβέρνησης στην οικονομία με την χρηματοδότηση της κατασκευής μεγάλων έργων και επενδύσεων για να κινηθεί η καπιταλιστική μηχανή. Μεγάλο μέρος των επενδύσεων αυτών κατευθύνθηκε στην πολεμική βιομηχανία.
Μια τέτοια πολιτική συνδυάζεται απαραίτητα με το τύπωμα χρήματος και την αύξηση του δημόσιου χρέους για να προκύψουν κονδύλια για την υλοποίηση της.
Αυτή η πολιτική, στο τέλος-τέλος, ήταν ατελέσφορη, διότι δεν μπόρεσε να δώσει διέξοδο από την κρίση. Αυτό το έκανε, στην περίπτωση της κρίσης του 1929-30, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος με τη μεγάλη καταστροφή κεφαλαίων και εργατικής δύναμης που προκάλεσε, ώστε να δημιουργηθούν εκ νέου συνθήκες επένδυσης των λιμναζόντων κεφαλαίων και αύξησης του μέσου ποσοστού κέρδους.
Η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους αποτελεί την αιτία των κρίσεων και η αύξησή του εξηγεί τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μετά τον πόλεμο, οι οποίοι ήταν αποτέλεσμα του πολέμου, και όχι αποτέλεσμα της κεϋνσιανής πολιτικής.
Οι συνθήκες για κάποιας μορφής «Νιου Ντιλ» ή την εφαρμογή μιας νέο-κεϋνσιανής πολιτικής –η οποία θεωρητικά κινείται στον αντίποδα της σημερινής πολιτικής των μνημονίων– δεν υπάρχουν στην Ελλάδα και αυτό είναι προφανές διότι βρίσκεται σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας, δηλαδή το δημόσιο χρέος δεν είναι εξυπηρετήσιμο και για αυτό έχει μπει σε πρόγραμμα, δηλαδή στα μνημόνια.
Εφόσον το δημόσιο χρέος δεν μπορεί να αυξηθεί σημαντικά, η χώρα δεν μπορεί να δανειστεί σε τέτοιο βαθμό που να της επιτρέπει να υλοποιήσει ένα σημαντικό πρόγραμμα δημόσιων έργων και επενδύσεων για να πάρει μπροστά η καπιταλιστική μηχανή και να επιτευχθεί η πολυπόθητη καπιταλιστική ανάπτυξη, τότε αποτελεί ουτοπία κάθε προσπάθεια εφαρμογής μιας τέτοιας πολιτικής στην χρεοκοπημένη Ελλάδα, σε συνθήκες βαθιάς κρίσης και μέσα στο στενό κορσέ του ευρώ ο οποίος δεν επιτρέπει την κοπή χρήματος.
Οι αναλύσεις που λένε ότι υπάρχουν περιθώρια εφαρμογής ενός άλλου μείγματος πολιτικής σε καθεστώς αστικής κυριαρχίας, εκτός από τη μνημονιακή πολιτική, είναι εκτός τόπου και χρόνου.
Oπως είναι εκτός τόπου και χρόνου οι απόψεις που υποστηρίζουν ότι μπορεί να εφαρμοστεί φιλολαϊκή πολιτική και να βρεθεί λύση, να υπάρξει αξιοπρεπής συμβιβασμός στο ζήτημα του χρέους, στο πλαίσιο της ΟΝΕ και της ΕΕ, στην κατεύθυνση των δεσμεύσεων του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή στην κατεύθυνση της διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του, στην παράταση του χρόνου αποπληρωμής του και στον αναγκαίο χρόνο αναστολής της αποπληρωμής των τόκων.
Ο λόγος για αυτό είναι η βαθύτητα της κρίσης την οποία διανύουμε και η όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων στο επίπεδο των ξεχωριστών καπιταλιστών, των μονοπωλιακών ομίλων και των κρατών, μέσα και έξω από καπιταλιστικές ενώσεις.
Η Γερμανία, αλλά και άλλες ισχυρές χώρες της ΕΕ, δεν είναι διατεθειμένες να χάσουν κεφάλαια, να τα στερήσουν από τα δικά τους μονοπώλια, για να διευκολύνουν κάποιον τρίτο. Ούτε υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για να αλλάξει ο πολιτικός συσχετισμός των δυνάμεων στο επίπεδο των κυβερνήσεων στην ΕΕ, για να υποστηρίξει κάποιος ότι δημιουργούνται συνθήκες για κάτι καλύτερο, πέρα από την πολιτική των μνημονίων.
Σε αυτές τις συνθήκες ο Γερμανικός ιμπεριαλισμός ούτε θέλει ούτε μπορεί να αποτελέσει την «οικονομική ατμομηχανή» της Ε.Ε. και αντιστοίχως δεν μπορεί να στοιχίζει πίσω του τις άλλες χώρες-όχι μόνο τις μεγάλες δυνάμεις-αλλά ούτε μικρότερες, όταν οξύνεται η αντιπαράθεσή του με τις ΗΠΑ.
Με λίγα λόγια η συγκυβέρνηση και κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μπροστά του δύο δρόμους, όσο και αν αυτός διατείνεται ότι υπάρχει και τρίτος: την υλοποίηση του μνημονίου, ή τη σύγκρουση.
Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει!
Ο δρόμος της υλοποίησης του μνημονίου θα έχει σαν συνέπεια για το ΣΥΡΙΖΑ τη ραγδαία απώλεια λαϊκών δυνάμεων και τη διάσπασή του. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί πολύ γρήγορα να επιστρέψει από κει που ήρθε και να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη. Πράγμα που θα δημιουργήσει ένα μεγάλο κενό κυβερνητικής εξουσίας και εκπροσώπησης της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού.
Ο δρόμος της σύγκρουσης, τον οποίο μπορούσαμε να διαβούμε στην παρούσα συγκυρία μόνο με το γκρέμισμα της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, απαιτεί τη δραστηριοποίηση του οργανωμένου κινήματος και του αποφασισμένου λαού, επιστέγασμα της πάλης του οποίου θα είναι μια Ελλάδα της πιο πλατιάς, και ανώτερης μορφής, δημοκρατίας, της εργατικής δημοκρατίας και εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου, η οποία αποτελεί τη μοναδική πόρτα που οδηγεί στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
Και στους δύο δρόμους η αντίδραση καραδοκεί! Τώρα που τα κόμματά της βρίσκονται σε σύγχυση και κρίση, πρέπει αυτό να αξιοποιηθεί για την απόσπαση πιο προωθημένων θέσεων από το εργατικό κίνημα.
Η παρέμβαση του εργατικού και λαϊκού παράγοντα στις εξελίξεις δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στις απαραίτητες μαζικές διαδηλώσεις για τη διαγραφή του χρέους και άλλων διεκδικήσεων.
Οι κομμουνιστές, οι Αριστεροί ριζοσπάστες και άλλοι επαναστάτες, πρέπει να παρέμβουν και να διαμορφώσουν πολιτική πρόταση για την επόμενη μέρα (η οποία μέρα είναι τώρα), για το επόμενο βήμα του κινήματος, για να μην επιτρέψουν το πισωγύρισμα, για «να μη βρέξει στην Αθήνα», για την τελική νίκη του κινήματος.
Πρέπει να προωθήσουν μέσα στο κίνημα και στους χώρους δουλειάς τη δημιουργία εργατικών συμβουλίων από όλους τους εργάτες και την ανάδειξη των πρωτοβάθμιων συνελεύσεων όλων των εργατοϋπαλλήλων κάθε οικονομικής μονάδας αλλά και οργανισμών και ιδρυμάτων (Νοσοκομείων, σχολείων κλπ), σε πηγή κάθε εξουσίας με δικαίωμα εκπόνησης πολιτικών δεσμευτικών εντολών προς τους αντιπροσώπους της.
Να διεκδικήσει το ίδιο το κίνημα από την κυβέρνηση την κρατικοποίηση των επιχειρήσεων που κάνουν μαζικές απολύσεις και κλείνουν (πχ Τσιμέντα Χαλκίδας) και τη λειτουργία τους με κρατική διοίκηση και κάτω από εργατικό έλεγχο.
Να προωθήσουν την αναγκαιότητα συγκρότησης παραγωγικών και καταναλωτικών συνεταιρισμών
Η συγκρότηση των πολιτικών οργάνων, συμβουλίων αυτοοργάνωσης της τάξης, που θα υιοθετήσουν και θα παλέψουν το μεταβατικό πρόγραμμα, η μετατροπή τους τελικά σε επαναστατική εργατική σοβιετική κυβέρνηση που θα εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα είναι η μοναδική προοπτική που εξασφαλίζει πραγματικά την εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος.
Η εργατική τάξη και ο λαός έκαναν ένα πρώτο βήμα με την ψήφο τους στις 25 Γενάρη για να απαλλαγούν από τα μνημόνια. Αποσταθεροποίησαν την κυρίαρχη πολιτική γραμμή της αστικής τάξης αλλά δεν την έχουν ανατρέψει. Ο μόνος δρόμος απαλλαγής από τις μνημονιακές πολιτικές είναι ο δρόμος της επανάστασης. Οι μνημονιακές πολιτικές δεν μπορούν να καταργηθούν χωρίς σύγκρουση με τους καπιταλιστές και το κράτος τους και την ΕΕ που επιβάλει αυτές τις πολιτικές σε ευρωπαϊκή κλίμακα.
Το δίλημμα είναι υπαρκτό και απαιτεί απάντηση: επανάσταση ή πισωγύρισμα και αντίδραση;
Οι κομμουνιστές φυσικά προβάλλουν το πρώτο και πρέπει να πάρουν πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση.
Δυστυχώς οι βασικές οργανωμένες κομμουνιστικές δυνάμεις βλέπουν το δέντρο, την αντιπολίτευση στο ΣΥΡΙΖΑ, και χάνουν το δάσος, δηλαδή, τη δυναμική των πραγμάτων ανεξάρτητα από προθέσεις, την προοπτική της επανάστασης και τα καθήκοντα που προκύπτουν.
Λίγες οργανωμένες δυνάμεις φαίνεται να κατανοούν την ιστορικότητα των στιγμών που διανύουμε.
Όσοι κατανοούν τα νέα καθήκοντα όπως προκύπτουν από τις εξελίξεις, πρέπει να κινηθούν με γοργούς ρυθμούς σε δύο βασικές κατευθύνσεις: 1) για την ενότητά τους και 2) για την επεξεργασία, κατάθεση και υλοποίηση συνολικής πολιτικής επαναστατικής διεξόδου από την παρούσα κρίση. Οι «θέσεις του Απρίλη» τηρουμένων των αναλογιών και χωρίς μηχανιστικές μεταφορές, με αντικατάσταση της λέξης «πόλεμος» από τη λέξη «κρίση», μπορούν να αποτελέσουν οδηγό για δράση
Δημοσίευση σχολίου