ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Ενα χρόνο πριν...

Ετσι επιγράφεται το άρθρο του Νίκου Σ. Παπαδόπουλου, εκπαιδευτικού, που αντιγράφουμε από την "Εφημερίδα των Συντακτών"... Για να φρεσκάρουμε και να χρωματίζουμε τη μνήμη μας...

Διαδήλωση υπέρ του «όχι» στην πλατεία Συντάγματος

Δένομαι  στα κατάρτια της ζωής και γυρνάω στην Ιθάκη, μετανιωμένος γι’ αυτά που έκανα και γι’ αυτά που δεν έκανα.
Απόγευμα Παρασκευής. Καλοκαίρι ελληνικό. Περίεργο καλοκαίρι.
Στάση Ηλιούπολη. Η δεύτερη μόλις στάση μετά την αφετηρία της γραμμής Ελληνικό – Ανθούπολη και ο συρμός του μετρό μοιάζει ήδη με κονσέρβα γεμάτη με ανθρωπο-σαρδέλες. Ανθρώπινα μετέωρα μέλη, πρόσωπα κουρασμένα, ιδρωμένες σκέψεις, ταλαιπωρημένες ψυχές. Τώρα πια ο καθένας διαπραγματεύεται με την συνείδησή του, με το αύριό του, με την προοπτική, με τα αδιέξοδά του. Σε ποια στάση του μετρό θα «κατέβει», Ακρόπολη ή Σύνταγμα; Σε ποια στάση της ιστορίας θα σταματήσει το τραίνο της πατρίδας; Στην υποταγή ή στην αξιοπρέπεια; Στο σίγουρο ή στο αβέβαιο; Στο γνωστό ή στο άγνωστο;

Λίγες ώρες πριν, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις βρυχιούνταν και ξέρναγαν τρόμο. Ο «θείος» Γιούνκερ με τη στοργή του πάστορα καθώς μεταλαμβάνει τον μελλοθάνατο πριν την εκτέλεσή του, μας είχε συμβουλεύσει να δεχτούμε το φιλεύσπλαχνο πακέτο του. Κι όπως φώναζε η γειτόνισσά μου από την κουζίνα της , εκείνο το κωλόπαιδο στου Μαξίμου δεν δεχόταν επιτέλους τις προτάσεις αυτού του καλού κυρίου. Ένας αγχωμένος συρμός, ένα λαχανιασμένο καλοκαιρινό απόγευμα, μια χώρα διχασμένη ανάμεσα σε αυτούς που συνήθισαν στις επισκέψεις των «θείων» με τα δωράκια τους και σε αυτούς που αναζητούσαν την ελπίδα, το διαφορετικό, το «ψηλά το κεφάλι», «το επιτέλους ένα όχι» όπως τότε στα βουνά της λευτεριάς.

Και η προπαγάνδα ατέλειωτη, ύπουλη, αδυσώπητη, συντριπτική. Φόβος, φόβος, φόβος. Μια επαίσχυντη επένδυση στον φόβο, στη φτώχεια,στις «ουρές», στις άδειες κατσαρόλες, στα τελειωμένα κωλόχαρτα, στις κλειστές τράπεζες , στα άδεια ΑΤΜ.

Στάση FIX. Η καχυποψία στο ζενίθ της. Το βλέμμα περιπολεί στο βαγόνι , διερευνώντας διαθέσεις, βολιδοσκοπώντας προθέσεις ψάχνοντας λύσεις και απαντήσεις. Θέλει να εισβάλει στα κεφάλια των συνεπιβατών , να ξεκλειδώσει τα σεντούκια των σκέψεων. Θέλει να αποσφραγίσει τα ολόκλειστα χείλια, να βαδίσει στους δρόμους και τις πλατείες των ψυχών που συνωστίζονται ολόγυρα. Το βλέμμα έχει αυτονομηθεί από το σώμα και ψάχνει κρυφά νοήματα και μηνύματα , γκριμάτσες, γωνίες προσώπων, στάσεις σωμάτων, αποκούμπια και οάσεις συντροφικότητας σ’ αυτό το ιδρωμένο οδοιπορικό στην έρημο του πουθενά.

Ανακατώνονται στην μαρμίτα της προσμονής ένδοξες και μαύρες σελίδες από το χθες, έφοδοι και πισωγυρίσματα, λιγοψυχίες και φτερουγίσματα, θρίαμβοι και ενοχές· το «έθνος» του καθενός μας εντός μας μυστηριώδες ,απρόσμενο και διπολικό καιρο-
φυλακτεί για να αναστήσει την ζωή από τον θάνατο αυτής της σκυφτής καθημερινότητας ή να μακαριστεί ενταφιασμένο για πάντα στο κενοτάφιο της υποταγής.

Στάση Ακρόπολη. Οι πόρτες ανοίγουν. Βγαίνουν λίγοι…πολύ λίγοι…σχεδόν κανείς.

Μαζί με αυτούς βγαίνει στην πλατφόρμα η αγωνία και μια υπόκωφη βουή που έρχεται από τους προθάλαμους των ανθρώπινων κορμιών· από στήθια και φάρυγγες.

Ένα βουητό θαυμασμού και έκπληξης. Τώρα ξέρεις. Είμαστε πολλοί. Είμαστε οι πολλοί. Ο κύβος ερρίφθη ή τέλος πάντων «Carthago delenda est». Είμαστε έτοιμοι για την αντιπαράθεση , για τους δύσκολους δρόμους, για το κυνήγι της αξιοπρέπειας.

Στάση Σύνταγμα. Οι πόρτες ανοίγουν. Μαζί τους ανοίγουν και τα πορτοπαράθυρα των ψυχών.Τραβιούνται βίαια οι σκούρες κουρτίνες των σκέψεων και των φοβιών. Το πάθος σαν ένα ορμητικό ποτάμι ξεχύνεται στην πλατφόρμα της ανάτασης. Τώρα απελευθερώνονται τα χείλια και οι καρδιές από τα δεσμά των συμβάσεων. Ψάχνει ο καθένας τη χαμένη του φωνή και διαπιστώνει ότι του την έχει δανειστεί ο διπλανός του και τότε τα μάτια φουρτουνιάζονται από το αλμυρό νερό της δικαίωσης.

- Νίκο, τι πράγμα είναι αυτό; Κόπηκαν τα γόνατά μου, θέλω να κλαίω συνέχεια.
- Βούλα ρούφηξε τις στιγμές μέχρι το τέλος. Σήμερα γράφεται ιστορία και είμαστε παρόντες.

Τα μέτωπα λιβακώνονται από τη ζέστη, οι φλέβες των λαιμών ξεχειλίζουν από την οργή, τα λαρύγγια ξερνάνε πάθος.
Αυτό το ατέλειωτο μελίσσι κατευθύνεται προς την πλατεία της απελευθέρωσης και ο βόμβος του είναι μια γιγάντια κραυγή: «Αλήτες – Ρουφιάνοι – Δημοσιογράφοι».
Παρασκευή ενός Ιούλη διαφορετικού · να μη τελειώσει ποτέ ρε γαμώτο αυτή η γιορτή.

Τρεις μέρες ροβόλαγε το ΟΧΙ μας σε δρόμους, πλατείες και ταράτσες. Ήταν παντού γύρω μας, κρυφά και φανερά, συνωμοτώντας, χαμογελώντας, δακρύζοντας και προσδοκώντας, δροσίζοντας τις άνυδρες ψυχές, ανεμίζοντας της σημαίες του δίκιου και της δικαίωσης.

Όταν τη Δευτέρα το πρωί γύρισε ξενυχτισμένο σπίτι, το κλειδί δεν ξεκλείδωνε την πόρτα. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, ο «Θείος» είχε αλλάξει την κλειδαριά.

Ξοφλήσαμε άραγε; Ξοφλήσαμε;
Δημοσίευση σχολίου