ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Υποφέρουμε αλλά πρέπει και να το "νοιώθουμε".

Οπως, πιθανόν,  θα έχετε διαπιστώσει, η επιλογή φιλοξενούμενων κειμένων στην ΦΑΙΑΚΙΑ δεν γίνεται με κριτήριο την συμφωνία επί των απόψεων αλλά το ενδιαφέρον -κατά την κρίση μας- της θεματολογίας. Γι' αυτό και δεν εξαιρέσαμε ποτέ κείμενα, που ελάχιστα ή καθόλου συμφωνούσαμε και αφού βεβαίως η τποθέτησή δεν περιέκλειε αντιδραστική και φασιστική επιχειρηματολογία...
Το κείμενο όμως, που φιλοξενούμε τώρα αισθανόμαστε την ανάγκη να δηλώσουμε, ότι θα το υπογράφαμε (στα περισσότερα σημεία του) με τα δυό μας χέρια. Εχει δημοσιευτεί στην ιστότοπο Kommon. Πρόκειται για το άρθρο του Δημήτρη Κατσορίδα: ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ και ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ. Εξόχως σημαντικό, πάντοτε κατά τη γνώμη μας, για Μαρξικούς, Μαρξιστές και "Μαρξιστές".

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ και ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Η ψυχική κατάσταση των ανθρώπων, έλεγε ο Ράιχ, διαμορφώνεται από τη ζωή του, τις συνθήκες ύπαρξής του, αναπτύσσεται πάνω στη βάση τους, τις αναπαράγει και τις αντανακλά.Κατά συνέπεια, όλα αυτά τα προβλήματα που αγγίζουν τη σφαίρα της καθημερινότητας είναι υποχρεωμένη η Αριστερά να τα λάβει υπόψη της και να μην τα υποτιμάει. Αν η Αριστερά θέλει να προσελκύει τον κόσμο στη χαρά του να κάνει πολιτική είναι αναγκαίο να πολιτικοποιήσει την καθημερινότητα.
Μια από τις αιτίες της ήττας των σοσιαλιστικών ιδεών είναι η έλλειψη μιας μαρξιστικής πολιτικής ψυχολογίας, η οποία θα επιχειρήσει να μελετήσει με ποιον τρόπο αναπτύσσεται η ταξική συνείδηση και γιατί δεν αναπτύσσεται αυθόρμητα κάτω από τις κοινωνικές πιέσεις. Αυτή η ανεπάρκεια και υποτίμηση από μέρους της Αριστεράς ωφέλησε τον αντίπαλο, ο οποίος χρησιμοποίησε την ψυχολογία, όπως και άλλες επιστήμες (οικονομία, ιστορία, κοινωνιολογία, φιλοσοφία κλπ.), για δικό του όφελος και την έκανε ένα από τα ισχυρότερα όπλα του.
Κατά συνέπεια, η επιστημονική έρευνα και η πολεμική ενάντια στην αστική επιστήμη, σε όλους τους τομείς, αποτελεί μέρος της πολιτικής δράσης και γι’ αυτό επιβάλλεται να δούμε τη θεωρία ολιστικά.
Δηλαδή,  να πάψουν τα στεγανά που υπάρχουν μεταξύ των διαφόρων επιστημών, αλλά και στο εσωτερικό του κάθε επιστημονικού τομέα (της οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας, της φιλοσοφίας, της ιατρικής, της ψυχολογίας, της ιστορίας κλπ.), διότι ο τελικός σκοπός είναι η προαγωγή των αναγκών της κοινωνίας και των ανθρώπων.
Υπό αυτήν την έννοια, ίσως είναι αναγκαίο να δούμε ότι η ταξική συνείδηση των μισθωτών βρίσκεται σε πολύ συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι προσωπικής υφής: δηλαδή, σε καθημερινά προβλήματα και μικροζητήματα που περιλαμβάνουν τις καλές ή κακές σχέσεις μέσα στην οικογένεια και τις υποχρεώσεις προς αυτήν, τις δυσκολίες ανατροφής και τη σχολική επίδοση των παιδιών, τα χαμηλά εισοδήματα, τον περιορισμό μέχρις ελαχιστοποίησης του ελεύθερου χρόνου, την έλλειψη επικοινωνίας με τους φίλους, τη διατροφή, τις σεξουαλικές σχέσεις, τον περιορισμό των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων (κινηματογράφος, θέατρο, διασκέδαση, χορός, αθλητισμός, εκδρομές), την αγορά ή την επίπλωση του σπιτιού, την καθημερινή πίεση από τον εργοδότη, τον χαμένο χρόνο και την κούραση από το συγκοινωνιακό χάος και διάφορα άλλα τέτοια ζητήματα που αφορούν αυτό που ονομάζουμε προβλήματα της καθημερινής ζωής και ποιότητα ζωής.
Η ψυχική κατάσταση των ανθρώπων, έλεγε ο Ράιχ, διαμορφώνεται από τη ζωή του, τις συνθήκες ύπαρξής του, αναπτύσσεται πάνω στη βάση τους, τις αναπαράγει και τις αντανακλά. «Ο κόσμος δημιουργείται, χρησιμοποιείται και μεταβάλλεται μονάχα από τον άνθρωπο, μέσω της θέλησής του να ενεργήσει και της βλέψης του στην ευτυχία – με δύο λόγια, από την ψυχική του ύπαρξη. Αυτό το ξέχασαν εδώ και πολύ καιρό όλοι αυτοί οι ‘’μαρξιστές’’ που εκφυλίστηκαν σε οικονομιστές. Εάν μια οικονομική και κοινωνική πολιτική… πρόκειται να είναι μαρξιστική, τότε πρέπει να συνδεθεί με την ασήμαντη, κοινότυπη, πρωτόγονη, απλή καθημερινή ζωή και τις επιθυμίες των πλατύτερων μαζών του λαού με όλη την ιδιομορφία της κοινωνικής τους κατάστασης» (Β. Ράιχ).
Κατά συνέπεια, όλα αυτά τα προβλήματα που αγγίζουν τη σφαίρα της καθημερινότητας είναι υποχρεωμένη η Αριστερά να τα λάβει υπόψη της και να μην τα υποτιμάει. Αν η Αριστερά θέλει να προσελκύει τον κόσμο στη χαρά του να κάνει πολιτική είναι αναγκαίο να πολιτικοποιήσει την καθημερινότητα. «Πολιτικοποιείστε λοιπόν την προσωπική ζωή, τις διασκεδάσεις, τα χορευτικά κέντρα, τους κινηματογράφους, τις αγορές, τις κρεβατοκάμαρες, τα ξενοδοχεία, τα καταστήματα στοιχημάτων! Η επαναστατική ενέργεια βρίσκεται στην καθημερινή ζωή!», έλεγε πάλι ο Ράιχ.
Η Αριστερά χρειάζεται να ανακαλύψει και να προβάλει ένα θετικό πρόταγμα, το οποίο θα ξεκινά από το θυμικό και ταυτόχρονα θα έχει στρατηγική. Διότι, αν με την αντι-ηγεμονία εννοούμε μια νέα ηγεμονία, τότε με το αντι-καπιταλισμό τι εννοούμε; Ο αντι-καπιταλισμός δεν είναι θετικό πρόταγμα. Υπό μία ετυμολογική έννοια αντί του καπιταλισμού, τι θέλουμε; Έναν νέο καπιταλισμό;
Βέβαια, το θετικό πρόταγμα χωρίς το συναίσθημα είναι μισό. Διότι, δεν λείπουν από την Αριστερά τα προτάγματα, τα προγράμματα και τα οράματα. Ασχολούμαστε πολύ νοητικά με το σχέδιο, την οργάνωση και τις μορφές πάλης, αλλά δεν ασχολούμαστε με τα συναισθήματα του κόσμου, τη θλίψη και τον πόνο του. Λέμε, μόνο, τι πρέπει να γίνει. Όμως, ένας πληγωμένος και θυμωμένος άνθρωπος δεν έχει διάθεση να μπει σε «πρέπει».
Εδώ τίθεται το ερώτημα: οι θυμωμένοι άνθρωποι θα φέρουν την αλλαγή ή οι δυναμωμένοι; Ο θυμωμένος μπορεί να είναι δημοκρατικός; Απεναντίας, μπορεί να βλάψει τόσο τον εαυτό του όσο και τους άλλους. Μόνο αν διεργαστείς τον θυμό σου μπορείς να ξεμπλοκάρεις. Και προς αυτήν την κατεύθυνση το παράδειγμα και η δράση είναι τα εργαλεία.
Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις και απαντήσεις. Και είναι καλό να το ομολογήσουμε και να το παραδεχτούμε. Είναι ένα πρώτο βήμα για την ανίχνευση λύσεων: να παραδεχτούμε ότι δεν υπάρχει καμία σταθερά. Αλήθεια, από πού να πιαστεί κανείς σήμερα; Από ποιο όραμα; Είναι, άραγε, το όραμα ο σοσιαλισμός; Και αν ναι, πώς τον εννοούμε; Και πώς θα ξέρουμε πώς τον εννοούμε, αν δεν κουβεντιάσουμε μεταξύ μας και αν δεν το μοιραστούμε; Αν δεν πούμε πόσο καημό έχουμε και γιατί; Αν αυτά και άλλα ακόμη, δεν τα πούμε σε έναν πολιτικό φορέα που έχουμε αποφασίσει να συνυπάρχουμε, πώς θα καταλάβουμε ότι είμαστε μαζί και ότι έχουμε έναν κοινό στόχο;
Θέλουμε μια Αριστερά, η οποία θα βγάζει πάθος γι’ αυτά που πιστεύει και αγωνίζεται. Χωρίς πάθος δεν έχει γίνει καμία αλλαγή στην κοινωνία. Καμία δημιουργία.
Δεν είναι σε αντιδιαστολή η λογική με το συναίσθημα, με το πάθος. Και δεν υπάρχει λόγος να επιλέγουμε ανάμεσα στα δύο. Χρειάζεται να αναπτύσσονται και τα δύο. Αν αναπτύσσουμε μόνο τη λογική μπορεί να γίνουμε ανάλγητοι ή ακόμη χειρότερα να προβούμε σε αγριότητες. Για παράδειγμα, αν είσαι στρατιώτης και λειτουργείς με το συναίσθημα δεν μπορείς να σκοτώσεις τον «εχθρό». Αν, λοιπόν, το συναίσθημα και το πάθος αναπτυχθούν παράλληλα με τη λογική, ο νους δεν μπορεί να κάνει αγριότητες. Γι’ αυτό είναι θεμιτό να αξιοποιήσουμε τόσο τη λογική γι’ αυτά που είναι φτιαγμένη όσο και το συναίσθημα γι’ αυτά που είναι φτιαγμένο.
Τέλος, θέλουμε μια Αριστερά που δεν θα έχει ανάγκη τη νίκη, την οποία βεβαίως χρειάζεται να την κυνηγήσουμε, αλλά και αν αυτή δεν έρθει να μη θεωρήσουμε ότι πήγε χαμένος ο χρόνος μας. Εξάλλου, η δική μας προσωπική ζωή είναι ένα πολύ μικρό μέγεθος στον μακρύ ιστορικό χρόνο. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι αν η διάρκεια της ζωής μας είναι μικρή, αλλά πώς χρησιμοποιούμε τον χρόνο της. Έτσι, το συναίσθημα της ματαίωσης δεν θα υπάρξει αν έχουμε αφήσει κάτι πίσω μας, μια παρακαταθήκη και ως άτομα και ως Αριστερά.
Ο σοσιαλισμός είναι ένας ανάμεσα σε πολλά ιστορικά σχέδια. Το πιο σχέδιο θα επικρατήσει είναι το ζητούμενο. Το ερώτημα, «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;» εκεί ακριβώς παραπέμπει.
Δημοσίευση σχολίου