ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Τι γίνεται στην Λατινική Αμερική;

Και ειδικότερα στην Βενεζουέλα... Κάποιες όψεις του ζητήματος επιχειρεί να περιγράψει ο Χρήστος Λάσκος στο άρθρο του, που αντιγράφουμε από τον ιστότοπο: Το κουτί της Πανδώρας και την Εφημερίδα των Συντακτών.

Η Βενεζουέλα και η Αριστερά

Αν κάτι κάνει εντύπωση τους τελευταίους μήνες, που η Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας βρίσκεται σε μεγάλη και προφανή κρίση, είναι η εκκωφαντική (!) απουσία αναλύσεων αλλά και τοποθετήσεων από την πλευρά της διεθνούς Αριστεράς.

Το πράγμα, μάλιστα, γίνεται μυστηριώδες και παράδοξο, αν αναλογιστούμε πόσο είχε αξιοποιηθεί το τσαβικό παράδειγμα, επί σειρά ετών, για να δείξει πως είναι δυνατή μια εναλλακτική πολιτική με αντινεοφιλελεύθερο προσανατολισμό, ακόμη και δίπλα στην καρδιά του θηρίου. Μην πάμε μακριά. Αρκεί να θυμηθούμε τη στάση του ίδιου του πρωθυπουργού μας, από την πληθωρισμική αναφορά στον Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα μέχρι την παρουσία του στην κηδεία του Ούγκο Τσάβες.

Τώρα σιωπή.

Οι εφημερίδες –και γενικότερα τα έντυπα– της ελληνικής Αριστεράς έχουν αφιερώσει ελάχιστο χώρο σε γεγονότα, που, ακόμη κι αν δεν αναφέρονταν σε μια χώρα που είχε αποτελέσει, με τον τρόπο της, σύμβολο κι ελπίδα επί καιρό, δεν μπορεί παρά να θεωρηθούν μεγάλης σημασίας. Σηματοδοτούν μια αλλαγή φάσης στη Νότια Αμερική, που ίσως αποβεί καθοριστική συνολικότερα για τις διεθνείς εξελίξεις, όπως μπορεί ο καθένας να καταλάβει.

Γιατί, λοιπόν, τόση σιωπή;

Μια εξήγηση είναι, προφανώς, η αμηχανία μπροστά στις εξελίξεις: η κακή τροπή των πραγμάτων απαιτεί, πάντοτε, μια ηθική και διανοητική γενναιότητα, δηλαδή εντιμότητα, που δεν είναι εύκολο να τη διαθέτεις. Μια δεύτερη ερμηνεία της σιωπής, χειρότερη, αλλά όχι λιγότερο πιθανή, είναι ο εκτεταμένος κυνισμός, η εγκατάλειψη του ηττημένου, η από τα πράγματα παραδοχή πως το δίκιο είναι με τον νικητή –ή, αλλιώς, δεν έχει σημασία με ποιον είναι το δίκιο.

Δεν πάει έτσι, όμως. Η σιωπή πρέπει να σπάσει. Η αναμέτρηση με τις εξελίξεις στη Λατινική Αμερική είναι υποχρεωτική για όσους θέλουν να πείσουν κι άλλους πως υπάρχει εναλλακτική, πως ο νεοφιλελευθερισμός, αλλά και ο καπιταλισμός, δεν είναι αναγκαστικά το μέλλον μας. Πολύ περισσότερο, όταν είναι πολλά τα σημάδια που δείχνουν πως με τον καπιταλισμό το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας, αλλά και του πλανήτη, αρχίζει και τίθεται εν αμφιβόλω.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, στη Βενεζουέλα. Προφανώς, ο χώρος μιας επιφυλλίδας δεν είναι αρκετός για να απαντηθεί το ερώτημα. Νύξεις, μόνο, μπορούν να γίνουν.

Για ένα μεγάλο τμήμα της Αριστεράς, εδώ και σ’ ολόκληρο τον κόσμο, τα κινήματα της Λατινικής Αμερικής αποτέλεσαν ελπίδα και αναφορά. Οπως και οι πολιτικές απολήξεις τους, άλλωστε. Πράγμα που, σχεδόν πάντα, συνέβαινε με αδιαφοροποίητο τρόπο.

Ως εάν, δηλαδή, οι Ζαπατίστας και ο Τσάβες –ή και ο Κορέα ή οι Κίρχνερ– να ήταν το ίδιο. Που δεν ήταν. Στην Τσιάπας έψαχναν τρόπους να «αρνηθούν» το κράτος, ιδρύοντας νέες μορφές οριζόντιας διαχείρισης των πραγμάτων και των καταστάσεων, με την ευρεία αξιοποίηση και της ιθαγενικής κουλτούρας, ενώ στη Βενεζουέλα και αλλού η κατάκτηση του κράτους θεωρήθηκε εκ των ων ουκ άνευ όρος για προοδευτικές αλλαγές.

Ενώ ο Μάρκος, με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού, υπέγραφε ως «υπο»-διοικητής («υπό» τίνος;), ο Τσάβες έξι ώρες στην τηλεόραση, με κόκκινο πουκάμισο, δίδασκε τον «λαό του» αδιαμεσολάβητα, ως κυρίαρχος κυβερνήτης.

Ασήμαντα και επιφανειακά ζητήματα; Διακρίσεις που συνιστούν αισθητική πολυτέλεια, ενώ «το πράγμα βράζει»; Το αντίθετο! Σε τέτοια θέματα, τελικά, φαίνεται πως κρίνονται τα πάντα. Γιατί, ίσως, είναι δείκτες αυτού που σημείωνε ο Αλβαρο Ρέγες, σ’ αυτήν εδώ την εφημερίδα, στις 11 Ιουλίου: «Δεν κατέλαβαν την εξουσία, αυτή τους κατέλαβε».

Επ’ ουδενί, όμως, τα προηγούμενα σχόλια δεν θα πρέπει να οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως οι προοδευτικές κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής δεν αποτέλεσαν μια σημαντική πολιτική τομή. Το αντίθετο!

Οντας συνέπεια της κοινωνικής κίνησης, εξεγερσιακής σε μεγάλο βαθμό, υπήρξαν θετικά επεισόδια στην πορεία των λαών της περιοχής για χειραφέτηση. Η μείωση της απόλυτης φτώχειας και των ανισοτήτων είναι αναμφισβήτητη και όχι στατιστική. Το ενδιαφέρον για τις κατώτερες τάξεις έμπρακτο.

Κι όμως, φαίνεται πως το κυβερνητικό «πείραμα» τελειώνει με κακό τρόπο. Υπάρχει εξήγηση; Αριστεροί και αναρχικοί ισχυρίζονται πως ο λόγος που οι ριζοσπαστικές κυβερνήσεις δεν τα κατάφεραν είναι πως τους έλειπε, ακριβώς, ο ριζοσπαστισμός. Στην πραγματικότητα, αξιοποίησαν μια ευνοϊκή διεθνή συγκυρία για την άσκηση μιας περιορισμένα «προοδευτικής» πολιτικής.

Η επένδυση στον εξορυκτισμό, η αύξηση, πρακτικά, της εξάρτησης από τις τιμές των πρώτων υλών και τις πολυεθνικές που ελέγχουν τη χρήση τους κατέστησαν θνησιγενές, εξ αρχής, το εγχείρημα.

Αντί να αξιοποιηθεί η ευνοϊκή συγκυρία προκειμένου να επιχειρηθούν ριζικές τομές, τόσο στο θεσμικό όσο και στο παραγωγικό επίπεδο, οι κυβερνήσεις αφέθηκαν στην πολύ «κερδοφόρα» συμμετοχή τους στον διεθνή καταμερισμό εργασίας –και μια εσωτερική «ανάπτυξη» βασισμένη στον διπλασιασμό του μέσου ποσοστού κέρδους από 10% σε 20%.

Χαρακτηριστικά, στην περίπτωση της Βενεζουέλας, το 30% του ΑΕΠ, το 50% των δημόσιων εσόδων, το 90% των εξαγωγών προέρχονταν από το πετρέλαιο. Πράγμα που κάθε άλλο παρά άλλαξε στην περίοδο Τσάβες. Με το που έπεσαν οι τιμές, μαζί και με τη μείωση της ζήτησης από την Κίνα λόγω της παγκόσμιας κρίσης, το πράγμα έφτασε στην ολοκληρωτική σχεδόν κατάρρευση, που παρακολουθούμε σήμερα.

Με μεγάλη προσοχή θα πρέπει να συζητηθούν οι εξελίξεις. Οπως κι αν σταθεί κάποιος, ωστόσο, η άποψη της «μιας πλευράς» της συζήτησης φαίνεται να δικαιώνεται: ή μεγάλες ριζικές τομές ή μικρά διαλείμματα μιας καλύτερης ζωής και μετά πάλι επιστροφή σ’ αυτό που μπορεί να δώσει ο καπιταλισμός. Φτώχεια, ανισότητες, βία και ανασφάλεια. Στρατηγικής σημασίας διαπίστωση.
Δημοσίευση σχολίου