Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ...

Ο φίλτατος Δημήτρης Λεβέντης μας θυμίζει όμορφες στιγμές τέχνης και πολιτισμού στην Κέρκυρα. Τότε, που η αριστερά ασκούσε “πολιτιστική δικτατορία”, όπως την περιγράφουν εν πλήρη πενία πνεύματος, οι ακροδεξιοί της σήμερον…

 

Μία Καλοκαιριάτικη θεατρική παράσταση στην αυλή του Α' Γυμνάσιου το 1961

Από το προλογικό σημείωμα για την παράσταση στο Θέατρο Τέχνης (1957-58) του συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη



Η "Αυλή των Θαυμάτων" βασίζεται στην έλλειψη σταθερότητας και σιγουριάς, που χαρακτηρίζει τη ζωή του Έλληνα.

Η αστάθεια αυτή, όσο γνώριμη σε όλους μας, αρχίζει από το αλλοπρόσαλλο κλίμα μας, τη "στρατηγική" γεωγραφική μας θέση, τη φτώχεια του τόπου μας, και τελειώνει στην ιδιωτική μας οικονομία.

Όλα στην Ελλάδα ανεβοκατεβαίνουν πολύ εύκολα, κυλούν, φεύγουν, κι η συνηθισμένη λαχτάρα του Ρωμιού είναι να στεριώσει κάπου, να σιγουρέψει κάτι.

Σ' αυτές τις γειτονιές και σ' αυτές τις αυλές άργησε πολύ να φτάσει η καλύτερη ζωή που δημιουργούσε η ανασυγκρότηση και η ανοικοδόμηση. Το μερίδιο της φτωχολογιάς που κατοικούσε εδώ, το μερίδιο της στο οικονομικό θαύμα που γινόταν, ήταν ένα σκέτο μεροκάματο κι αυτό όχι καθημερινά σίγουρο. Εδώ βασίλευε η ανασφάλεια κι η καταφυγή στο μικροσυναισθηματισμό και στην ονειροπόληση.

Οι άνθρωποι της αυλής του έργου που θα δείτε είχαν ξεμείνει ανυπεράσπιστοι ακόμη και απ΄τον ίδιο τον εαυτό τους, ξεχασμένοι μέσα σε συνήθειες και τρόπο ζωής που δεν τους βοηθούσε να δούνε Θεού πρόσωπο.

Γι' αυτό και η μεγαλύτερη αλλαγή έφτασε σ' αυτούς σαν καημός για μετανάστευση και εκσκαφέας που ισοπέδωσε τις αυλές για να αξιοποιηθούν τα οικόπεδα.

"Η Αυλή των Θαυμάτων" όταν γράφτηκε, ήταν το κύκνειο άσμα ενός κόσμου βαθιά δικού μας και βαθιά πικραμένου.

 

Παραθέτουμε μια σελίδα από τους "δρόμους της ειρήνης" το εβδομαδιάτικο περιοδικό ποικίλης ύλης της ΕΔΑ για τους Κερκυραίους φοιτητές που ανέβασαν το συγκεκριμένο έργο το καλοκαίρι του '61.

Οι οργανωτές Νίκος Πανδής και Μάριος Παϊπέτης (δικηγόρος) είχαν έρθει σε επαφή με τον Ιάκωβο Καμπανέλη από τον Μάρτιο του 1960. Το έργο ανέβηκε στις 17 Αυγούστου στην αυλή του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων Κέρκυρας.





ΘΑΥΜΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

Του συνεργάτου μας Μίδα

Είχε φτάσει στα γραφεία μας η πληροφορία, ότι ο Σύλλογος των Κερκυραίων Φοιτητών θα ανέβαζε στις 16 Αυγούστου, στην Κέρκυρα, την “Αυλή των Θαυμάτων” του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Οι “Δρόμοι της Ειρήνης” , έχοντας “πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άυπνα” τα μάτια τους για κάθε ζωντανή πρωτοβουλία, ιδιαίτερα όταν προέρχεται από νέους, παρεκάλεσαν τον συνεργάτη τους Μίδα, που θα βρίσκοταν εκείνη την εποχή στην Κέρκυρα, να παρακολουθήση την παράσταση και να γράψη τις εντυπώσεις του.

* * *

Αμαρτία ξομολογημένη. Το βράδυ της 16ης Αυγούστου, προχωρώντας προς το Α' Γυμνάσιο Αρρένων, στην Κέρκυρα, σκεφτόμουν ότι μια ερασιτεχνική παράσταση είναι τις περισσότερες φορές διπλή δοκιμασία. Πρώτον, γιατί συνήθως είναι κακή και δεύτερον, γιατί απαγορεύεται να το πης. Τι “εντυπώσεις” θα’ γραφα εγώ;

Μπαίνω στη σκοτεινή αυλή του Γυμνασίου. Απέναντί μου, ανάμεσα σε δύο δέντρα, ένα ωραιότατο σκηνικό: Η “Αυλή των Θαυμάτων”. Γύρω μου νέοι και κοπέλλες πηγαινοέρχονταν βιαστικά.

-Αν δεν μου βρήτε αμέσως ένα ψαλίδι για την πρώτη σκηνή, δεν βγαίνω, δήλωνε μια χαριτωμένη ξανθή ύπαρξη. Μέσα σε κλάσμα του λεπτού, πληροφορήθηκα ακόμη ότι έλειπε ένα σκεπάρνι, ένα λαϊκό κολλιέ με χάντρες και μια ρόμπα της ανθρωπιάς. “Αυτή εδώ με κάνει να μοιάζω σαν έγγυος”, διαμαρτυρόταν κάποια άλλη ηθοποιός.

Ήταν πια φανερό. Η πρεμιέρα ήταν την επομένη. 'Εγώ είχα έρθει στη γενική πρόβα. Από το σκοτάδι με ανασύρουν ο Μάριος Παϊπέτης (Νομικά), πρόεδρος τού Συλλόγου και ο Νίκος Πανδής (Πολυτεχνείο), “παραγωγός”. Η ευγένειά τους με σκλαβώνει. Σκέφτομαι ότι στη θέση τους θα μουρμούριζα: “Μόνο εσύ μας έλειπες τώρα”.

Αρχίζει ή πρόβα. Με την πρώτη “αττάκα” το μικρόφωνο βροντά. Με τη δεύτερη μόλις ,ακούγεται. Στη “σιωπή” μεταδίδει τσά-τσά. Πιάνει σταθμό, γκρινιάζει κάποιος εμπειρογνώμων. Είναι το σύρμα του μακρύ. Τι θα είναι η αυριανή πρεμιέρα, Θεέ μου; Θαύμα. Λόγω τιμής η παράσταση ήταν ένα θαύμα. Ο Νομάρχης, ο Δήμαρχος, οι προσωπικότητες, οι 300 θεατές χειροκροτούν κι εγώ να μου’ ρχεται να κλάψω, να φωνάξω, να τραγουδήσω, να τους σφίξω τα χέρια. Και πάλι οι τύψεις. Γιατί να αμφιβάλω; Δεν έπαιρνα ο ευλογημένος παράδειγμα από τις τοπικές εφημερίδες; Ο “Τηλέγραφος”, ας πούμε, δήλωνε ήσυχα ήσυχα: “Είμεθα βέβαιοι ότι οι νεαροί συμπολίται μας θα θαυματουργήσουν”.

Την επομένη το μεσημέρι τους βρήκα όλους μαζεμένους στο Γυμνάσιο. Έμαθα έτσι τη “μικρή Ιστορία” τής παράστασης. Μήνες να βρεθή έργο, μήνες να βρεθή χώρος, να συγκροτηθή θίασος και ύστερα ο πραγματικός Γολγοθάς: Για ν' ανέβη το έργο χρειάστηκαν 200 πρόβες. Οι δυό μαθητές και οι δυό μαθήτριες των Δραματικών Σχολών βοήθησαν τόσο τους ερασιτέχνες, ώστε ο καθένας τους έμαθε σχεδόν όλους τους ρόλους της “Αυλής” απ’ έξω.

-Τα βροντήξαμε όλα, πετάγεται η Πιερέττα Θεριογιάννη, που έδωσε μια συναρπαστική και ολοζώντανη Ανεττώ. Σπουδάζω Νομικά κι έπρεπε να μελετάω 8 ώρες την ημέρα. Ξημεροβραδιαζόμουν όμως στις πρόβες όπως κι οι άλλοι.

- Τα παιδιά δεν ένοιωσαν καλοκαίρι, εξηγεί ο σκηνογράφος και γνωστός ζωγράφος Σάββας Χαρατσίδης. Ούτε μπάνια, ούτε εκδρομές, ούτε γλέντια, αλλά πρόβες και πάλι πρόβες.

- Κοντέψαμε στ’ αλήθεια να τρελλαθούμε, προσθέτει η Πιερέττα γελώντας. Τα πρόσωπα των παιδιών κουρασμένα και χλωμά, ακτινοβολούν. Η έντονη κοινή προσπάθεια, οι κοινές εμπειρίες τους έχουν ενώσει τόσο, ώστε μια λέξη από τον ρόλο κάποιου ή και μια κίνηση να λειτουργή σαν σύνθημα. Ξαφνικά, όλοι μαζί ξεσπάνε σε γέλια γιατί χωρίς προσυνεννόηση θυμούνται τα ίδια πράγματα την ίδια στιγμή.

- Πώς τα καταφέρατε με τόσους ερασιτέχνες; ρωτάμε τον νεαρό σκηνοθέτη Σπύρο Βραχωρίτη (Νομικά και πτυχίο Σκηνοθεσίας).

- Διαβάσαμε το έργο και τους ρώτησα ποιο ρόλο προτιμούν. Ο Αντώνης Πανδής (Χημεία) διάλεξε τον Μπάμπη, η Ρούλα Αντωνάκη (Ωδείο Κερκύρας) τη Μαρία. Το ίδιο έγινε και με τούς άλλους.

Η Ελένη Στόλλη (Νομικά) προτίμησε τη Ντόρα, ο Νίκος Παλαιολόγος (Σχολή Εμποροπλοιάρχων) τον Γιάννη κι ο Θωμάς Κώτης (Πολυτεχνείο) τόν Στράτο. Αποτέλεσμα: έπαιξαν γλαφυρά, ζωντανά και προ παντός φυσικά.

Πολύ μας βοήθησε, βέβαια, ο Φίλιππος και τα άλλα παιδιά των Δραματικών Σχολών.

Ο Φίλιππος Βλάχος (Σχολή Βραχλιώτη) πού βρήκε πραγματικά τραγικούς τόνους στην απόδοση του Στέλιου, φλέγεται για το καλό θέατρο.

- Υπήρξαν αδυναμίες, επισημαίνει. Του χρόνου όμως θα πάμε καλύτερα.

Η χαρά της επιτυχίας είναι μεταδοτική. Κανένας δεν θυμάται τους κόπους. Ούτε κι ο μουσικός της παρέας, ο Άκης Καβαλλιεριάτος (Ωδείο Βιέννης), που χρειάστηκε να γράψη δυό φορές τη μουσική, ώσπου να βρή αυτήν πού πραγματικά επέβαλε το έργο.

Η συζήτηση για το ίδιο το έργο δείχνει ότι τα παιδιά,

εκτός από ενθουσιασμό, έχουν και ωριμότητα.

Στέκονται ιδιαίτερα στο πρόβλημα της μετανάστευσης που θίγει ο Καμπανέλλης.

-Υπάρχουν στην Κέρκυρα χωριά μόνο με γέρους συνταξιούχους και γυναίκες, μου εξηγεί ο Μάριος.

Οι άντρες λείπουν στα ξένα.

Και δυστυχώς πολλοί νέοι ένα σκέφτονται:

Να φύγουν. - Κι εσείς τι κάνετε;

- Εμείς αγαπάμε την Κέρκυρα, απαντά ο Νίκος Πανδής. Θέλουμε να τη δούμε να προκόβη.

Είμαστε όχι υπέρ της φυγής, αλλά υπέρ της επιστροφής.

Εδώ θα ζήσουμε, εδώ θα δουλέψουμε.

Θα θέλαμε το νησί ν' αποκτήση πλούσια πνευματική ζωή, κι’ είμαστε πρόθυμοι να βοηθήσουμε σ’ αυτό.

Αποχαιρετιστήκαμε φίλοι.

Γυρίζοντας στην Αθήνα σκεπτόμουν ότι μια ερασιτεχνική παράσταση μπορεί να είναι διπλή απόλαυση:

Πρώτον, γιατί είναι καλή και δεύτερον, γιατί μπορείς όχι απλώς να το πής, αλλά να το διαλαλήσης.

περισσότερες λεπτομέρειες στο λίνκ

http://www.emian.gr/2014/07/kerkiraiko-theatro/

Καλό είναι όσοι θυμούνται να επέμβουν και να περιγράψουν τι απέγινε όλο αυτό το τεράστιο δυναμικό .

Στους συντελεστές ανήκε και ο γνωστός κωμωδός Γιώργος Μιχαλακόπουλος καθώς και η απούσα πλέον πανέμορφη κερκυραία μπίζνες γούμαν η Ρίτα Τσιμούρη -Κασιώτη αργότερα...

 

Οι δέκα δημοφιλέστερες αναρτήσεις του τελευταίου μήνα...
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
✖
Τώρα ακούγεται: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏸
⏹
⏭
🔊
🎤 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
📖 ΚΕΙΜΕΝΑ
PODCAST
📻 ΡΑΔIO ΦΑΙΑΚΙΑ
ΡΑΔΙΟ ΦΑΙΑΚΙΑ - ON AIR STUDIO
✖
Τώρα παίζει: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏭
⏸
⏹
🔀
🔊
Τραγούδια του κόσμου
Ελληνικά τραγούδια
PLAYLIST



κάποιοι λίγοι στίχοι...

ιδιωτικοποιείστε!!!

Aς ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα,
ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός,
ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας,
ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος,
ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο,
ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο,
ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά.
Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων,
ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη,
παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων
σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό.
Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου…
Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.
Ζοζέ Σαραμάγκου (1922 -2010)

Αυτούς τους έχω βαρεθεί

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Γερμανούς, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δε γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.

Βολφ Μπίρμαν (1936 -

σ τ η θ ά γ χ η

Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το Κίτρινο ποτάμι

Κι ύστερα, γιατρέ, την πάσα αυγή
την πάσα αυγή γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται.

Κι ύστερα, να, σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
τραβάει ολόισια, γιατρέ, η καρδιά μου
τραβάει, γιατρέ, στην Ισταμπούλ, σ’ ένα παλιό ξύλινο σπίτι.

Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να, γιατρέ
που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
τίποτα πάρεξ ένα μήλο
ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.

Κι είναι γιατρέ, απ’ αφορμή όλα τούτα
που μες στα στήθια μου έχω τούτη την αρρώστια
όμως, γιατρέ, και μ’ όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθια
κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ’ τα κάγκελα
κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.

Ναζίμ Χικμέτ
(1901 - 1963)

μ ι κ ρ ό κ ο σ μ ο ς

Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο `κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.

Ναζίμ Χικμέτ
(1901 - 1963)

Μ ι λ ώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
τους μαστροπούς ποιητές που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματα Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί γαλήνιοι το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Μανώλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)

Σὲ περιμένω παντοῦ

Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία,
πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ
ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ
κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος
τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα, ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο…
ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Τάσος Λειβαδίτης
(1922 - 1988)

Κι ήθελε ακόμη

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα,
έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους.
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία
καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά σε μια γωνιά μαζεύω με τάξη,
φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο.
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Μανώλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)

Ι θ ά κ η

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Κωσταντίνος Καβάφης
(1863 - 1933)

καπνισμένο τσουκάλι (απόσπασμα)

Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε
νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα,
δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε
τὸ ἴδιο βάρος σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε
ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο.

...ἔχεις ἀκόμη νὰ κλάψεις πολὺ
ὥσπου νὰ μάθεις τὸν κόσμο νὰ γελάει.


Γιάννης Ρίτσος
(1909 - 1990)

Μαλαματένια λόγια

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές

Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να `σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να `χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά

Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το `φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς


Μάνος Ελευθερίου
(1938 - 2018)

στρατιώτης - ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου.

Τη μιαν ημέρα έτρεμα,
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο,
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου.

Δεν έχω γράψει ποιήματα,
δεν έχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω.


Μίλτος Σαχτούρης
(1919 - 2005)

δεκαεφτά λαιστρυγόνες

Τι έχει να κάνει πόσοι είναι οι Λαιστρυγόνες
δεκατρείς τρακόσοι, τι έχει να κάνει;
μην είναι σίγουρο που έχω αύριο δυο χέρια ένα κούτελο;
στις φλέβες μου ο ίδιος άνεμος να σμπρώχνει λέξεις
καταπάνω στις οξιές και τα κατάρτια;
Μένω εδώ λοιπόν ξερός. Γέμισε ο τόπος Θερμοπύλες Θεσπιείς, απέναντι με τα ταμπούρλα τους οι Μήδοι,
άχρονα θεωρήματα κυκλώσανε τους λόχους μας,
ποταμός αόμματος έριξε το σπίτι
περνάει, παίρνει
εμένα το κλισιοσκόπιο γωνιά Υμηττού Φορμίωνος
κι εσένα κοφτερή προκήρυξη που σήκωσες οδοφράγματα·
πιασμένοι οι δυο μας χέρι χέρι
τρελοί με τα φωνήεντα των Ελλήνων
δεν περνούνε οι φασίστες…

τώρα νέα μου τρέλα γιος των όρνιων
κυνηγώ αποσιωπητικά, δίνω τα μάτια μου σε αστρίτες,
το στήθος μου εθνόσημο του φεγγαριού,
τελευταίο μου φυσίγγι η πλεξούδα απ’ τα μαλλιά σου.
Ήσουνα τότε στα δεκαεφτά,
δεκαεφτά κουρσάροι λαιστρυγόνες,
μα εγώ ακόμα σύννεφο.
Έκτωρ Κακναβάτος
(1920 - 2010 )

Π ρ ω ι ν ό

Είναι ένα ζεστό πρωϊνό
Ο έρωτας ποτίζει τη μέρα
Το άτακτο φτερό του
Αγγίζει το ποτέ

Φιλέρημος πληγή αθώων

Το λιοντάρι κάθισε στα χαρτιά μου
Μου μίλησε για τη ζητεία Παραδείσου
Και τον συλλογισμένο θάνατο
Που αδίκως ψάχνει
Τη γέννησή του

Τηλέμαχος Χυτήρης
(1945 - )

λ ή θ η

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.
Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·

θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Λορέντσος Μαβίλης
(1860 - 1912)

στην Πάργα πίσω...

Και μ΄ όλο το τρισκότοδο τους γνώρισα απ΄ αλάργα
στη στράτα και στα ξώστρατα, που παν κατά την Πάργα.

Δεν ήταν ούτε δέκα, ούδ΄ εκατόν. Καθείς στο χέρι εκράτει
κι΄ από ΄να σάκκον τρίχινο, κι΄ οι σάκκοι ήταν γεμάτοι.

Κι΄ εκείνοι σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι γάμου,
λες κι΄ είχαν όλοι τους φτερά και δεν πατούσαν χάμου.
-Κι΄ αν είστε και φαντάσματα μπορώ να σας ρωτήσω.
Που πάτε τόσο βιαστικά?

-Πάμε στην Πάργα πίσω.
-Και μες΄ στους σάκκους τι έχετε κρυμμένα, βρυκολάκοι,
-Με πεθαμένων κόκκαλα γεμάτοι είν΄ όλοι οι σάκκοι.
Διαβάτη δεν τα γνώρισες τ΄Αλή-Πασά τα χρόνια.
Σταλμένος απ΄ τα Τάρταρα τα μαύρα καταχθόνια,
σα να βουλήθηκε απ΄ τη γη κάθε καλό να λείψει,
έσπερνε το ξολόθρεμα, το χαλασμό, τη θλίψη.

Τότε στα χέρια του έπεσε κι΄ η Πάργα, η παινεμένη.
Μα η Πάργα κιαν σκλαβώθηκε, ψυχή δεν απομένει.
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά και νιοι και γέροι κι΄ όλοι
αφήνοντας παντέρημη τη σκλαβωμένη πόλη,
εξεκινήσαμε μαζί να βρούμε αλλού πατρίδα.

Πως το θυμούμαι! Συμφορές πολλές στον κόσμο είδα
και γνώρισα στη ζήση μου, καμμιά όμως σαν εκείνη,
Μια είν΄ η πατρίδα καθενός, δεύτερη δεν θα γίνει!...

Πριν ξεκινήσουμε μαζί τη νύχτα με φανάρια
στο κοιμητήρι επήγαμε κρατώντας τα΄ αξινάρια,
κι΄ απ΄ άκρη ως άκρη σκάβοντας το κάναμε χωράφι
κι΄ ανοίξαμε τα μνήματα κι΄ έγιναν λάκκοι οι τάφοι,
και πήραμε τα κόκαλα και τους σταυρούς ακόμα,
για να μη μείνει τίποτα στο σκλαβωμένο χώμα

Και φύγαμε. Περνά καιρός και εμείς αγάλι-αγάλι
πεθαίναμε κι η μια γενιά κληρονομάει την άλλη.
Ως ότου χθες μεσάνυχτα, κράζοντας πέρα ως πέρα
μια σάλπιγγα ετρικύμησε τον ξάστερον αγέρα
σαν τα΄ Αρχαγγέλου η σάλπιγγα για την στερνή την κρίση.
Τα κόκαλα, που λευτεριά τους είχαμε χαρίσει
κι΄ ανήσυχα, ανυπόμονα την ώρα καρτερούσαν,
(γιατί στην έρμη ξενιτιά την Πάργα ελαχταρούσαν)
πήραν φωνή, κι΄ ανάκραζαν, φωνή βαθειά μεγάλη:
-«Η Πάργα ξεσκλαβώθηκε, πηγαίνετέ μας πίσω πάλι».

Ιωάννης Πολέμης
(1862 - 1924)





Translate

Ετικέτες

Εμφάνιση περισσότερων
Π ρ ο φ ί λ
προφίλ
Ο Μίλτος Βασιλείου είναι συνταξιούχος αναπληρωτής καθηγητής πνευμονολογίας