ΣΑΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ 3ο μέρος (τελευταίο )



Με το κείμενο αυτό ο φίλτατος Δημήτρης Λεβέντης ολοκληρώνει την ιστορική και καλλιτεχνική του αναφορά στην πρώτη συναυλία του Μίκη στην Κέρκυρα… Σημαντικότατη δουλειά για όσους έχουμε ανάγκη να θυμηθούμε και ακόμη σπουδαιότερη για όσους έχουν ανάγκη να μάθουν… Ιδιαίτερα στην εποχή μας, που μας γεμίζουν απολύτως συνειδητά και σκόπιμα με …αμφίβολη ιστορία…

Είμαστε ξεχωριστά ικανοποιημένοι, που φιλοξενήσαμε αυτή την τριάδα κειμένων στην ΦΑΙΑΚΙΑ…

 

Τελειώνω σήμερα την διήγησή μου από την πρώτη συναυλία στην Κέρκυρα του Μίκη Θεοδωράκη που μας άφησε εδώ κι ένα χρόνο.

Μετά τις πρώτες ερμηνείες του Γρηγόρη από την Γειτονιά των Αγγέλων του Καμπανέλλη (το Στρώσε το στρώμα σου για δυό, το Δόξα τω θεώ) ***** και από την Πολιτεία Β' του Βάρναλη (Οι μοιραίοι, η Μπαλλάντα του Αντρίκου) μπήκε η Μπιρμπίλη με το "Άνοιξε λίγο το παράθυρο" που κυριολεχτικά με ανατρίχιασε:

Άνοιξε λίγο το παράθυρο

Κι άσ' το φυρό για το Χριστό

Έμπα και κάτσε κι ύστερα

Θα σου το πω το μυστικό

Από τους μπάσταρδους τους ξένους

Κρύψε, καλή μου, το χάλι σου

Εμείς λιοντάρι και λυκόρνιο

Και ρόδο στο κεφάλι σου

και ρόδα στο κεφάλι σου ....

Μετά ακολούθησε από την ίδια, το ‘Γελαστό παιδί’, που ήταν αφιερωμένο στον πρόσφατα δολοφονημένο Λαμπράκη αλλά ΟΧΙ γραμμένο για τον αγωνιστή της παγκόσμιας ειρήνης. Ανήκει όπως το πρώτο στον κύκλο του θεατρικού έργου του "Μπέρτραντ Μπήαν " Ένας Όμηρος"

Απλά, το πνεύμα του ταίριαζε με τις περιστάσεις… Ο στίχος "σκοτώσαν οι δικοί μας το γελαστό παιδί" διασκευάστηκε σε "σκοτώσαν οι φασίστες (οι εχθροί μας ) το γελαστό παιδί". Αναφερόταν στον θάνατο του 31χρονου Μάικλ Κόλλινς προέδρου της Προσωρινής ρεπουμπλικανικής κυβέρνησης της Ιρλανδίας και πρώην στρατιωτικό διοικητή της ένοπλης πτέρυγας του IRA σε ενέδρα στις 22 Αυγούστου του 1922. από την φράξια "The 'Irregulars'. Η ομάδα αυτή είχε αποσχιστεί από τον IRA, με ηγέτη τον Ντε Βαλέρα, επειδή θεωρούσε προδοτική την συνθήκη ειρήνης με την Αγγλία με την παράδοση του 'Ωλστερ και ξεκίνησε εμφύλιο πόλεμο.

Υπέροχη φωνή, καθάρια, με μεγάλη έκταση και ομοιομορφία, ευαίσθητη αλλά και ρωμαλέα.

Την διαδέχτηκε στο σανίδι η debutante Μαρία Φαραντούρη που τραγούδησε Το Ροδόσταμο του Γκάτσου και την Ροδιά του Κοκκινόπουλου από το "Αρχιπέλαγος". Ηταν μία τελείως διαφορετική διασκευή από κείνη την αισθαντική κι ευαίσθητη της Μαίρης Λίντα συζύγου του Μανώλη Χιώτη. Αυτού, που με το μπουζούκι του είχε απογειώσει τον Επιτάφιο. Τούτη η κοπέλα διέθετε μια απέριττη λιτότητα κι ένα ήρεμο πάθος στην παράξενη και μυστηριακή φωνή της, που φαινόταν να έχει απύθμενο βάθος. Ηταν προορισμένη να γίνει το κιονόκρανο που επιστέφει την κολόνα του παγκόσμιου έργου του Μίκη .

Ο "Σέρ" έκλεισε με το υπέροχο Βρέχει στην φτωχογειτονιά από το φίλμ του Αλέκου Αλεξανδράκη "Συνοικία τ' όνειρο". *

Ηταν το μοναδικό έργο που σκηνοθέτησε ο ίδιος και οι περικοπές και σταδιακές απαγορεύσεις της λογοκρισίας τον διέλυσαν οικονομικά * https://www.youtube.com/watch?v=picxtTLqEAM

Εγινε διάλλειμα κι ακολούθησε το δεύτερο μέρος με τον Μπιθικώτση να ερμηνεύει Επιφάνεια του Σεφέρη ( Άρνηση, Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές).


Η τρίτη στροφή του ποιήματος έμελλε να γίνει το αγαπημένο φινάλε του συνθέτη σε όλες τις συναυλίες του στην διάρκεια της δικτατορίας.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος,

πήραμε τη ζωή μας λάθος! **

κι αλλάξαμε ζωή.

Μετά το διάλλειμα παρουσιάστηκαν τα 6 από τα 8 τραγούδια από το θεατρικό έργο: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ******. Ο Απρίλης, το Όνειρο και το Ενα Δειλινό από τον Μπιθικώτση. Τον διαδέχτηκε η Μπιρμπίλη με το θεϊκό Νανούρισμα (κοιμήσου αγγελούδι μου), το μόνο σε στίχους του Κ. Βίρβου. Με τελείως σπαραχτική ερμηνεία στην Προδομένη Αγάπη χάραξε ανεξίτηλο στην μνήμη το χρώμα της κραυγής του τέλους:

- Φύγεεεε Παύλοοοοο !!!!!

Στην παράσταση του θιάσου του Μάνου Κατράκη το ερμήνευε η πληθωρική κι αέρινη Βέρα Ζαβιτσιάνου αποκλειστική θεατράνθρωπος, που αρνήθηκε να φθαρεί από το σινεμά και την τηλεόραση πλην δύο μικρών εξαιρέσεων. https://www.youtube.com/watch?v=PHasXL9gXro

Και οι τρείς εκτελεστές έκλεισαν τον δεύτερο μέρος με το στοχαστικό, ήπιο Ενωθείτε.

Υπήρχε όμως και τρίτο μέρος στην μεγαλειώδη παράσταση που δεν αναφερόταν στο τυπωμένο πρόγραμμα όπου η Φαραντούρη ερμήνευσε τα τέσσερα ποιήματα του Καμπανέλλη από το Μαουτχάουζεν που δουλευόταν ακόμα κι είχε βασιστεί αποκλειστικά στην δικιά της φωνή (Άσμα ασμάτων, Ο Αντώνης», Ο δραπέτης και Όταν τελειώσει ο πόλεμος που κλείνει με τον απαράμιλλο στίχο

Έρωτα μεσ' στο μεσημέρι σ' όλα τα μέρη του θανάτου ώσπου ν' αφανιστεί η σκιά του.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά κι αργότερα σε όλο τον κόσμο, η Τζόαν Μπαέζ ερμήνευσε σε άψογα ελληνικά https://www.youtube.com/watch?v=QQ7qxZnZL9E.

Αν όμως δεν με γελά η μνήμη μου, ο Μπιθικώτσης εκτέλεσε ενδιάμεσα δύο- τρία τραγούδια από την Ρωμιοσύνη το πιο δύσκολο κι απαιτητικό έργο του Μίκη που κυκλοφόρησε σε δίσκο μετά από δύο χρόνια. Όποια ή όποιος θυμάται ας με διορθώσει αλλά θυμάμαι καθαρά τις γροθιές που σηκώθηκαν την στιγμή που τραγουδούσε:

Όταν σφίγγουν το χέρι ο ήλιος

είναι βέβαιος για τον κόσμο

όταν χαμογελάνε,

ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσ' απ' τα άγρια γένια τους

Ο θρύλος λέει ότι ο Μ.Θ. έγραψε την σύνθεση μέσα σ΄ ένα απόγευμα την μέρα των Θεοφανίων του '66, όταν γύρισε χτυπημένος από την αστυνομία από την τελετή του Πειραιά που εξελίχθηκε σε έντονη διαδήλωση κατά της κυβέρνησης των ανακτόρων. Βρήκε σκόρπια τα χαρτιά των χειρόγραφων του Ρίτσου κοντά στο πιάνο του και δημιούργησε όπως ήταν φορτισμένος.

Αλλά ο ίδιος παραδέχτηκε ότι η προσαρμογή του Σέρ σε ελεύθερο μακρύ στίχο και άλλη τελείως μουσική κράτησε μήνες ώστε να παραχθεί αυτό το αριστούργημα… Πράγμα, που δείχνει ότι δουλευόταν από τα πριν.

Το κοινό όρθιο μπιζάρισε επανειλημμένα τους συντελεστές.

Όταν βγήκαμε, ο κόσμος έξω παρέμενε πολύς διψασμένος ν΄αφουγκραστεί τον απόηχο του θριάμβου, μιας και περίμεναν να βρουν το μαγικό χαρτάκι για την συναυλία της Κυριακής.

Κάποια παρέα που όδευε για το Μαντούκι ξεκίνησε το πολύ αγαπημένο στους κερκυραίους Στρώσε το στρώμα σου για δυο κάτω απ΄το παραθύρι μιας κοπέλας… Οι γκριζόμαυρες στολές τους κύκλωσαν και τους σταμάτησαν απειλώντας με προσαγωγές "δια διατάραξιν της κοινής ησυχίας και της κοινωνικής ειρήνης".

Σκεφτόμενος ώριμα μετά από καιρό κατέληξα πώς αυτός ο κόσμος ξεσηκωνόταν και για την λύτρωση των απέναντι γκριζόμαυρων στολών από το μπολιασμένο μίσος… Κάποια μέρα όταν αντικατασταθούν από εθελοντικές πολιτοφυλακές κι ενσωματωθούν στον λαό θα καταλάβουν πόσο άγρια τους πάτησαν και τους εκμεταλλεύτηκαν εκείνοι που φρουρούσαν ...

Την Δευτέρα τους γνώρισα σχεδόν όλους από κοντά εκτός από την λαϊκή φίρμα που ήταν σιωπηλή κι απρόσιτη. Φούμαρε ασταμάτητα αλλά δεν πήρε καμμιά απουσία από το Αχίλλειο που ανέβαινε και τις υπόλοιπες δυο μέρες.

 Από την μεταπολίτευση και δω, ένα μέρος της δημιουργίας του Μ.Θ χρησιμοποιήθηκε από την μαύρη αντίδραση σαν επίστρωση στον "προοδευτικό " της μανδύα, του Καραμανλή που "άλλαξε" στην Γαλλία και όλης της μοναρχοφασιστικής σαπίλας των "γεφυροποιών " που η δικτατορία ξέπλυνε ως άλλη κολυμπήθρα του Σιλωάμ.


Θυμάμαι την τσαντίλα που είχα πάρει όταν τα μεγάφωνα στην πρώτη μεγάλη μεταπολιτευτική συγκέντρωση του Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη μετέδιδαν στη διαπασών την Ροδιά με την φωνή της Μαίρης Λίντα. Το εισέπραξα σαν καπηλεία, σαν κλοπή…

Αυτοί που τα έσπαγαν στα μπουζούκια ξέγνοιαστοι, εκείνοι που ζητωκραύγαζαν: Θέλουμε ησυχία! Κάτω η οχλοκρατία… Οταν άλλοι πέθαιναν στις εξορίες και στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας

τώρα επευφημούσαν τον  ‘σωτήρα’ Καραμανλάρα που πρόλαβε ένα επόμενο Πολυτεχνείο που ξένοι και δικοί έτρεμαν ...

Ητανε μοναδική και αξεπέραστη η τέχνη του; Και ήταν και είναι.

Πρωτόγνωρα συμφωνική και λαïκή…

Συνήθως με κομματικές γιορτές, επετείους και κυβερνητικές παράτες, με προκάτ γλεντοκοπήματα νυχτερινών και μη καταστημάτων –και με το εκάστοτε «χαλί» στη δικαιολογημένα αταίριαστη εθνική «ταυτότητα».

Κάτι παρόμοιο παίχτηκε εδώ και μερικές μέρες στην Πλατεία στα πλαίσια του φεστιβάλ με την επιλογή κάποιου ανώδυνου ρεπερτορίου από την Φαραντούρη που πολύ θα θελα να έβλεπα την αντίδραση των νοημόνων Αρχών του τόπου αν ξεστόμιζε τους στίχους του Παναγούλη:

Εμπρός σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους

γυναίκες και άντρες με όπλα στους ώμους

https://www.youtube.com/watch?v=Z-1IyDg1DKI

 

ή ακόμα το ποιός δεν μιλάει για την Λαμπρή του Μπήαν

https://www.youtube.com/watch?v=GHzZTIgTF6o

 

Σκοτώσαν τους ηγέτες μας

χωρίς απολογιά τους,

γυναίκες μας, μικρά παιδιά

στα γόνατα μπροστά τους.

Τους τάφους άνοιγαν κρυφά

και θάβαν τους νεκρούς,

δεν πιάσαν ούτε σκότωσαν

αντάρτες μας πιστούς.

Φαντασθείτε τα μούτρα τους… Που θάψαχναν μεριά για να κρυφτούν άραγε ???

Εξαιρώντας τελείως τον πολιτικό Μίκη στο ερώτημα αν ήτανε μοναδική και αξεπέραστη η τέχνη του;

Η απάντηση είναι: Και ήταν και είναι.

Πρωτόγνωρα συμφωνική και λαïκή…

Μουσική βέβαια που θα συνεχίσει να τραγουδιέται επίσημα ώστε να ανήκει ως υπηρεσιακή, υποταγμένη και κατ’ εξαίρεσην στον «λαό» της! Εσωτερικευμένη κι επιλεχτική .

Φτάνει να απουσιάζει, να χάθηκε κάπου στον δρόμο το υψηλό της τόλμημα: Η αντικαθεστωτική Ελευθερία.

Σύμπαν "αριστερό "δηλαδή –αρμονικά δεξιό– και εθνοκρατικά καθαγιασμένο όπου χωράμε όλοι.

Όλα να πηγαίνουν ρολόι.

Να το κουρδίζουν οι περιώνυμοι κωλοπαιδαράδες –ουκ ολίγοι– θαυμαστές σου.

Και βέβαια στημένοι στη πρώτη γραμμή στην κηδεία σου.

Τον Μίκη τον συνάντησα τουλάχιστον άλλες εφτά φορές τις περισσότερες σε πολιτικό επίπεδο με τελευταία εκείνη του Σεπτέμβρη του '82 όταν πιά είχα κλείσει την πόρτα της πορείας μου μέσα από τις γραμμές του κουκουέ.

Σε αυτές τις συζητήσεις θα αναφερθώ πιθανόν μια άλλη φορά.

Πάντως σε σχέση με τις διάφορες ασημαντότητες που κάθισαν στο προεδρία της χώρας ο παγκόσμια αναγνωρισμένος από τις βουνοκορφές της Χιλής μέχρι το Κόβεντ Γκάρντεν Θεοδωράκης με το εκτόπισμά του θα έκανε καλό σε αυτή τη ρημάδα την χώρα....

Αρκετά σας κούρασα φίλες και φίλοι

Σ.Σ :

*Το σενάριο της ταινίας υπέγραψαν ο Τάσος Λειβαδίτης και ο Κώστας Κοτζιάς, ενώ πρωταγωνίστησαν οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Μάνος Κατράκης, Σαπφώ Νοταρά, Βάσος Ανδρονίδης, Θανάσης Μυλωνάς, Αλίκη Γεωργούλη, Γιώργος Τζώρτζης, Αλέκα Παίζη κ.α.

Ο Αλεξανδράκης αναλαμβάνει να δείξει μια Αθήνα πολύ μακριά από την «επίσημη», ωραιοποιημένη και «τουριστική» εικόνα της επιλέγοντας την παραγκούπολη του Ασύρματου στα Άνω Πετράλωνα ένα πρώην νταμάρι που εγκαταστάθηκαν 800 οικογένειες προσφύγων. Οπου κυλούν μικρές ιστορίες συνδεδεμένες με τις ανάγκες της καθημερινής επιβίωσης για τους προδομένους ανθρώπους της λαϊκής γειτονιάς, με τα μικρά ασήμαντα όνειρα και τα απλοϊκά οράματα για ένα καλύτερο μέλλον, για ένα μικρό κομμάτι ευτυχίας.

Επειδή δεν έχουν δουλειά, εξωθούνται στην μικροαπατεωνιά, που, όμως, τυλίγεται στην ανθρωπιά τους και στην εγγενή τους ευγένεια. Ο Α.Α την έντυσε με φωτισμούς, γωνίες λήψης κι εξωτερικά γυρίσματα στην γραμμή του ιταλικού νεορεαλισμού.

Εξαγρίωσε τους λογοκριτές που την είδαν ως κομμουνιστική προπαγάνδα, ενώ θεωρούσαν και απαράδεκτο να αφήνεται να βγαίνει προς τα έξω μια αληθινή, ωμή, ρεαλιστική και πικρή εικόνα της Ελλάδας, αλλά πέρα για πέρα υπαρκτή.

Απαγορεύτηκε αυστηρά η προβολή της ταινίας στην επαρχία, ιδιαίτερα στις εθνικά ευαίσθητες περιοχές, ενώ στην Αθήνα η προβολή της συνοδεύτηκε από επεισόδια, καθώς η αστυνομία αποπειράθηκε να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Η ταινία απέτυχε εισπρακτικά πουλώντας μόνο, λίγο παραπάνω από 2000 εισιτήρια. Ο κόσμος φοβόταν να πάει να την δει, καθώς η αστυνομία κατέγραφε τα ονόματα των θεατών ή τους οδηγούσε στο τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων.

Παρόλα αυτά, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1961, η «Συνοικία το όνειρο» απέσπασε το βραβείο φωτογραφίας, για την θαυμάσια δουλειά του Δήμου Σακελλαρίου, καθώς και το βραβείο ερμηνείας δεύτερου αντρικού ρόλου, για την ερμηνεία του Μάνου Κατράκη. Παρά την απόφαση του υφυπουργού της Προεδρίας να μην επιτραπεί η προβολή της ταινίας στο εξωτερικό, προβλήθηκε τελικά στην Βενετία, αν και εκτός του πλαισίου του κινηματογραφικού φεστιβάλ της πόλης

.**.Στον τρίτο στίχο, πριν την λέξη «λάθος» υπάρχει μια άνω τελεία.

Κατά την ανάγνωση του ποιήματος εκεί στην άνω τελεία κάνουμε μια τόσο δα μικρή παύση.

Η παράλειψη της άνω τελείας, αλλάζει εντελώς το νόημα του ποιήματος.

Με την μελοποίηση όμως, η παύση που επιβάλει αυτή η άνω τελεία καταργήθηκε για τις ανάγκες του ρυθμού και της μελωδίας'

**Το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» ανέβηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1962 στο Θέατρο Καλουτά από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη.

Τα κείμενα ήταν εξ ολοκλήρου του Μίκη Θεοδωράκη, η σκηνοθεσία του Πέλου Κατσέλη, τα σκηνικά του Νίκου Νικολάου και οι χορογραφίες της Ζουζούς Νικολούδη (η οποία ερμήνευε και το ρόλο της μάνας).

Πρωταγωνιστές ήταν ο Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μπέττυ Αρβανίτη, η Μαρία Κωνσταντάρου και ο Θόδωρος Έξαρχος. Αναφερόταν στην τραγωδία του εμφυλίου τότε που ο λαός μας σήκωσε τα όπλα σε τρίτο κατακτητή μέσα σε τέσσερα χρόνια ο χαρακτήρας του Παύλου είναι πραγματικός κι αναφερόταν στον αξιωματικό του Ναυτικού Παύλο Παπαμερκουρίου που σακαταμένος απ΄τα βασανιστήρια ζήτησε να δεθεί σε σανίδες για  να σταθεί όρθιος κι άδετα τα μάτια στο εκτελεστικό απόσπασμα.

 

Οι δέκα δημοφιλέστερες αναρτήσεις του τελευταίου μήνα...
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
✖
Τώρα ακούγεται: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏸
⏹
⏭
🔊
🎤 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
📖 ΚΕΙΜΕΝΑ
PODCAST
📻 ΡΑΔIO ΦΑΙΑΚΙΑ
ΡΑΔΙΟ ΦΑΙΑΚΙΑ - ON AIR STUDIO
✖
Τώρα παίζει: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏭
⏸
⏹
🔀
🔊
Τραγούδια του κόσμου
Ελληνικά τραγούδια
PLAYLIST



κάποιοι λίγοι στίχοι...

ιδιωτικοποιείστε!!!

Aς ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα,
ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός,
ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας,
ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος,
ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο,
ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο,
ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά.
Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων,
ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη,
παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων
σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό.
Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου…
Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.
Ζοζέ Σαραμάγκου (1922 -2010)

Αυτούς τους έχω βαρεθεί

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Γερμανούς, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δε γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.

Βολφ Μπίρμαν (1936 -

σ τ η θ ά γ χ η

Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το Κίτρινο ποτάμι

Κι ύστερα, γιατρέ, την πάσα αυγή
την πάσα αυγή γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται.

Κι ύστερα, να, σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
τραβάει ολόισια, γιατρέ, η καρδιά μου
τραβάει, γιατρέ, στην Ισταμπούλ, σ’ ένα παλιό ξύλινο σπίτι.

Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να, γιατρέ
που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
τίποτα πάρεξ ένα μήλο
ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.

Κι είναι γιατρέ, απ’ αφορμή όλα τούτα
που μες στα στήθια μου έχω τούτη την αρρώστια
όμως, γιατρέ, και μ’ όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθια
κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ’ τα κάγκελα
κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.

Ναζίμ Χικμέτ
(1901 - 1963)

μ ι κ ρ ό κ ο σ μ ο ς

Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο `κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.

Ναζίμ Χικμέτ
(1901 - 1963)

Μ ι λ ώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
τους μαστροπούς ποιητές που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματα Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί γαλήνιοι το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Μανώλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)

Σὲ περιμένω παντοῦ

Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία,
πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ
ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ
κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος
τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα, ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο…
ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Τάσος Λειβαδίτης
(1922 - 1988)

Κι ήθελε ακόμη

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα,
έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους.
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία
καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά σε μια γωνιά μαζεύω με τάξη,
φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο.
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Μανώλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)

Ι θ ά κ η

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Κωσταντίνος Καβάφης
(1863 - 1933)

καπνισμένο τσουκάλι (απόσπασμα)

Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε
νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα,
δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε
τὸ ἴδιο βάρος σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε
ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο.

...ἔχεις ἀκόμη νὰ κλάψεις πολὺ
ὥσπου νὰ μάθεις τὸν κόσμο νὰ γελάει.


Γιάννης Ρίτσος
(1909 - 1990)

Μαλαματένια λόγια

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές

Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να `σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να `χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά

Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το `φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς


Μάνος Ελευθερίου
(1938 - 2018)

στρατιώτης - ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου.

Τη μιαν ημέρα έτρεμα,
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο,
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου.

Δεν έχω γράψει ποιήματα,
δεν έχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω.


Μίλτος Σαχτούρης
(1919 - 2005)

δεκαεφτά λαιστρυγόνες

Τι έχει να κάνει πόσοι είναι οι Λαιστρυγόνες
δεκατρείς τρακόσοι, τι έχει να κάνει;
μην είναι σίγουρο που έχω αύριο δυο χέρια ένα κούτελο;
στις φλέβες μου ο ίδιος άνεμος να σμπρώχνει λέξεις
καταπάνω στις οξιές και τα κατάρτια;
Μένω εδώ λοιπόν ξερός. Γέμισε ο τόπος Θερμοπύλες Θεσπιείς, απέναντι με τα ταμπούρλα τους οι Μήδοι,
άχρονα θεωρήματα κυκλώσανε τους λόχους μας,
ποταμός αόμματος έριξε το σπίτι
περνάει, παίρνει
εμένα το κλισιοσκόπιο γωνιά Υμηττού Φορμίωνος
κι εσένα κοφτερή προκήρυξη που σήκωσες οδοφράγματα·
πιασμένοι οι δυο μας χέρι χέρι
τρελοί με τα φωνήεντα των Ελλήνων
δεν περνούνε οι φασίστες…

τώρα νέα μου τρέλα γιος των όρνιων
κυνηγώ αποσιωπητικά, δίνω τα μάτια μου σε αστρίτες,
το στήθος μου εθνόσημο του φεγγαριού,
τελευταίο μου φυσίγγι η πλεξούδα απ’ τα μαλλιά σου.
Ήσουνα τότε στα δεκαεφτά,
δεκαεφτά κουρσάροι λαιστρυγόνες,
μα εγώ ακόμα σύννεφο.
Έκτωρ Κακναβάτος
(1920 - 2010 )

Π ρ ω ι ν ό

Είναι ένα ζεστό πρωϊνό
Ο έρωτας ποτίζει τη μέρα
Το άτακτο φτερό του
Αγγίζει το ποτέ

Φιλέρημος πληγή αθώων

Το λιοντάρι κάθισε στα χαρτιά μου
Μου μίλησε για τη ζητεία Παραδείσου
Και τον συλλογισμένο θάνατο
Που αδίκως ψάχνει
Τη γέννησή του

Τηλέμαχος Χυτήρης
(1945 - )

λ ή θ η

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.
Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·

θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Λορέντσος Μαβίλης
(1860 - 1912)

στην Πάργα πίσω...

Και μ΄ όλο το τρισκότοδο τους γνώρισα απ΄ αλάργα
στη στράτα και στα ξώστρατα, που παν κατά την Πάργα.

Δεν ήταν ούτε δέκα, ούδ΄ εκατόν. Καθείς στο χέρι εκράτει
κι΄ από ΄να σάκκον τρίχινο, κι΄ οι σάκκοι ήταν γεμάτοι.

Κι΄ εκείνοι σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι γάμου,
λες κι΄ είχαν όλοι τους φτερά και δεν πατούσαν χάμου.
-Κι΄ αν είστε και φαντάσματα μπορώ να σας ρωτήσω.
Που πάτε τόσο βιαστικά?

-Πάμε στην Πάργα πίσω.
-Και μες΄ στους σάκκους τι έχετε κρυμμένα, βρυκολάκοι,
-Με πεθαμένων κόκκαλα γεμάτοι είν΄ όλοι οι σάκκοι.
Διαβάτη δεν τα γνώρισες τ΄Αλή-Πασά τα χρόνια.
Σταλμένος απ΄ τα Τάρταρα τα μαύρα καταχθόνια,
σα να βουλήθηκε απ΄ τη γη κάθε καλό να λείψει,
έσπερνε το ξολόθρεμα, το χαλασμό, τη θλίψη.

Τότε στα χέρια του έπεσε κι΄ η Πάργα, η παινεμένη.
Μα η Πάργα κιαν σκλαβώθηκε, ψυχή δεν απομένει.
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά και νιοι και γέροι κι΄ όλοι
αφήνοντας παντέρημη τη σκλαβωμένη πόλη,
εξεκινήσαμε μαζί να βρούμε αλλού πατρίδα.

Πως το θυμούμαι! Συμφορές πολλές στον κόσμο είδα
και γνώρισα στη ζήση μου, καμμιά όμως σαν εκείνη,
Μια είν΄ η πατρίδα καθενός, δεύτερη δεν θα γίνει!...

Πριν ξεκινήσουμε μαζί τη νύχτα με φανάρια
στο κοιμητήρι επήγαμε κρατώντας τα΄ αξινάρια,
κι΄ απ΄ άκρη ως άκρη σκάβοντας το κάναμε χωράφι
κι΄ ανοίξαμε τα μνήματα κι΄ έγιναν λάκκοι οι τάφοι,
και πήραμε τα κόκαλα και τους σταυρούς ακόμα,
για να μη μείνει τίποτα στο σκλαβωμένο χώμα

Και φύγαμε. Περνά καιρός και εμείς αγάλι-αγάλι
πεθαίναμε κι η μια γενιά κληρονομάει την άλλη.
Ως ότου χθες μεσάνυχτα, κράζοντας πέρα ως πέρα
μια σάλπιγγα ετρικύμησε τον ξάστερον αγέρα
σαν τα΄ Αρχαγγέλου η σάλπιγγα για την στερνή την κρίση.
Τα κόκαλα, που λευτεριά τους είχαμε χαρίσει
κι΄ ανήσυχα, ανυπόμονα την ώρα καρτερούσαν,
(γιατί στην έρμη ξενιτιά την Πάργα ελαχταρούσαν)
πήραν φωνή, κι΄ ανάκραζαν, φωνή βαθειά μεγάλη:
-«Η Πάργα ξεσκλαβώθηκε, πηγαίνετέ μας πίσω πάλι».

Ιωάννης Πολέμης
(1862 - 1924)





Translate

Ετικέτες

Εμφάνιση περισσότερων
Π ρ ο φ ί λ
προφίλ
Ο Μίλτος Βασιλείου είναι συνταξιούχος αναπληρωτής καθηγητής πνευμονολογίας