Υπάρχει πιο όμορφο και καθαρό βλέμμα;

Αναρωτιέται ο φίλτατος Στέφανος Πάντος, που τέτοιες ώρες θυμάται πρόσωπα και προσωπικότητες για να μπορούμε να χαμογελάμε και να ελπίζουμε…

 

Υπάρχει πιο όμορφο και καθαρό βλέμμα;

Είναι ο Τομά Σανκαρά: Ο Τσε της Αφρικής που δολοφονήθηκε επειδή αρνήθηκε στο ΔΝΤ να ελέγξει τη χώρα του...

Τομά Σανκαρά – Ο μαρξιστής πρώην πρόεδρος της Μπουρκίνα Φάσο, “της χώρας των έντιμων ανθρώπων” που όταν ρωτήθηκε γιατί δεν επιθυμούσε να κρεμάσουν τη φωτογραφία του σε δημόσιους χώρους, όπως έκαναν οι περισσότεροι άλλοι Αφρικανοί ηγέτες, απάντησε «Υπάρχουν 7 εκατομμύρια Τομά Σανκαρά.»

Δολοφονήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1987 για να καταφέρει να μπει το ΔΝΤ και το διεθνές κεφάλαιο στη χώρα. Έμεινε στην ιστορία ως ο ” Τσε της Αφρικής”.

Η Ανω Βόλτα, παλιά γαλλική αποικία, απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1960, αλλά, όπως όλες οι πρώην αποικίες, παρέμεινε υπόδουλη στους ξένους, με τον αγροτικό της πλούτο, κυρίως το βαμβάκι, να το εκμεταλλεύεται η Γαλλία υποβοηθούμενη από τους διεφθαρμένους ντόπιους πολιτικούς και ολιγάρχες.

 

Ολα πήγαιναν καλά για τους νεο-αποικιοκράτες μέχρι το 1983. Η χώρα ήταν η φτωχότερη της Αφρικής και από τις φτωχότερες στον κόσμο. Ο μέσος όρος ζωής για τα οκτώ εκατομμύρια κατοίκους ήταν τα 40 χρόνια. Στα δέκα βρέφη τα δύο πέθαιναν προτού φτάσουν στο πέμπτο έτος της ηλικίας τους, ο λαός πεινούσε, οι συνθήκες υγιεινής ήταν τραγικές, το πόσιμο νερό ανύπαρκτο και το χρέος προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διογκωνόταν, φτάνοντας σε σημείο να μην μπορεί πλέον να εξυπηρετηθεί.

Αυτή η ισορροπία διαταράχτηκε όταν εμφανίστηκε ένας τριανταπεντάχρονος αξιωματικός που είχε υπηρετήσει στον γαλλικό στρατό. Ο Τομά Σανκάρα ηγήθηκε επαναστατικού κινήματος, έγινε πρόεδρος της χώρας και υποσχέθηκε πράγματα αδιανόητα για μια μικρή, φτωχή αφρικανική χώρα: δύο γεύματα την ημέρα και πέντε λίτρα πόσιμο νερό για κάθε οικογένεια.

 

Αλλαξε και το όνομα της χώρας, από το γαλλικό Ανω Βόλτα σε Μπουρκίνα Φάσο, δηλαδή η «Χώρα των Τίμιων Ανθρώπων». Ο Σανκάρα έκανε και άλλα πρωτάκουστα πράγματα· διεκδίκησε το δικαίωμα να συναντά όποιον ξένο ηγέτη θεωρούσε ότι θα βοηθήσει τη χώρα του και σε εποχή ψυχρού πολέμου θέλησε να τηρήσει ίσες αποστάσεις από τη Σοβιετική Ενωση, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Ταξίδεψε στη Μόσχα και την Αβάνα, στην Ουάσινγκτον και σε πολλές αφρικανικές πρωτεύουσες. Εκανε όμως κάτι χειρότερο, κατήγγειλε τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες της Αφρικής παγιδεύονται από το ΔΝΤ με δυσβάστακτα χρέη που υποδουλώνουν τους λαούς, ενώ τα δανεικά χρήματα τα επωφελείται μια διεφθαρμένη ντόπια ολιγαρχία που, συνεργαζόμενη με τους ξένους δανειστές και πολιτικούς, φτιάχνει έργα άσκοπα, συχνά άχρηστα και μη παραγωγικά.

Αγωνίστηκε και για τα δικαιώματα των γυναικών, ενώ διέθεσε δωρεάν τρία εκατομμύρια εμβόλια κατά της μηνιγγίτιδας και της πολιομυελίτιδας· έφτιαξε μικρές νοσοκομειακές μονάδες και δωρεάν σχολεία. Οι παρεμβάσεις του στα Ηνωμένα Εθνη ήταν συγκινητικές και άφησαν εποχή, αλλά ανησύχησαν εκείνους που επωφελούνται ακόμα από τη νεο-αποικιοκρατία: «Μιλώ, έλεγε, στο όνομα των μανάδων των εξαθλιωμένων αφρικανικών λαών που βλέπουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν από ελονοσία και διάρροια, χωρίς να μπορούν να επωφεληθούν από τα μέσα που προσφέρει η επιστήμη…». Αλλά ο Σανκάρα έκανε και άλλα ενοχλητικά. Πούλησε τις υπουργικές και κρατικές λιμουζίνες Mercedes και τις αντικατέστησε με οικονομικά Renault 5.

Ο ίδιος αρνήθηκε να μετακομίσει στην προεδρική κατοικία και παρέμεινε στο ταπεινό σπιτάκι του......

 

Το αποκορύφωμα της αυθάδειάς του ήρθε στις 29 Ιουλίου του 1987, όταν στη Γενική Συνέλευση των Αφρικανικών Χωρών είπε: «Δεν μπορούμε να ξεπληρώσουμε το χρέος μας… Αυτό είναι αδύνατον, δεν είναι θέμα ηθικής τάξης, ούτε αθέτηση υποσχέσεων… Εάν δεν πληρώσουμε, οι πιστωτές μας δεν θα πεθάνουν, αυτό είναι βέβαιο. Εάν όμως πληρώσουμε, ο λαός μας θα εξοντωθεί. Οι πιστωτές έπαιξαν όπως κάνουν στα καζίνα. Κέρδισαν πολλά, πολλές φορές… Ας χάσουν και μια φορά… Η ζωή θα συνεχιστεί…»

Και η ζωή συνεχίστηκε, αλλά μόνο για δυόμισι μήνες για τον Σανκάρα. Στις 15 Οκτωβρίου του 1987, ένοπλοι ένστολοι, με επικεφαλής τον στενότερο συνεργάτη του, Μπλεζ Καμπαορέ, εισέβαλαν στο προεδρικό γραφείο, στην πρωτεύουσα Ουαγκαντούκου, και τον εκτέλεσαν με δυο σφαίρες στην καρδιά. Ο Σανκάρα πρόλαβε να πει «μα, Μπλεζ, είσαι ο καλύτερός μου φίλος, σε αποκαλώ αδελφό…».

 

"Sponsored links"

 

Η διαταραγμένη ηρεμία επανήλθε στη χώρα των «τίμιων ανθρώπων». Ο Μπλεζ Καμπαορέ έγινε πρόεδρος και τον αναγνώρισε πρώτη η Γαλλία. Διατήρησε το αξίωμά του για 27 χρόνια, όταν ανατράπηκε λόγω λαϊκής δυσαρέσκειας. Με υποδειγματική συνέπεια, η χώρα των εξαθλιωμένων αλλά «τίμιων ανθρώπων» εξοφλεί τις δόσεις του χρέους προς το ΔΝΤ που είναι απόλυτα ικανοποιημένο, δίνοντας εύσημα στον Καμπαορέ, αδιαφορώντας για το κλείσιμο των νοσοκομείων, των σχολείων και την κατάργηση των κοινωνικών ευεργετημάτων που ο Σανκάρα πρόλαβε να εφαρμόσει. Ολα ιδιωτικοποιήθηκαν, ακόμα και το νερό. Η επιδημία του Εμπολα είναι ένα από τα επακόλουθα της τραγικής θέσης αυτής της λεηλατημένης χώρας.

Ο Σανκάρα είχε στιγματίσει τη συμπεριφορά της γειτονικής Λιβερίας, που ήταν τότε παράδεισος των offshore εταιρειών. Αρνήθηκε να συνεργαστεί για την επιστροφή στη Λιβερία του απατεώνα πολιτικού Τσαρλς Τέιλορ, όταν περιέργως εκείνος δραπέτευσε από την υψίστης ασφαλείας φυλακή των ΗΠΑ όπου κρατούνταν και επανήλθε στη χώρα του με τη βοήθεια της CIA για να δημιουργήσει αντάρτικο με τη στήριξη του Καντάφι.

 

Η δολοφονία του Σανκάρα και άλλων δώδεκα συντρόφων του

 

Η δολοφονία του Σανκάρα και άλλων δώδεκα συντρόφων του έγινε γνωστή χωρίς πολλές λεπτομέρειες, οι οποίες ήρθαν στο φως μετά την ανατροπή του Καμπαορέ με την έρευνα ενός Ιταλού, του Σιλβέστρο Μοντανάρο. Επρόκειτο για μια καλά οργανωμένη διεθνή συνωμοσία, στην οποία πρωτοστάτησαν η Γαλλία και οι ΗΠΑ, υποβοηθούμενες από τον Λιβεριανό εγκληματία και μετέπειτα πρόεδρο Τέιλορ, που ήταν συνέταιρος του γιου του προέδρου Μιτεράν σε σκοτεινές επιχειρήσεις. Χρηματοδοτήθηκε από τη Γαλλία και εκτελέστηκε από τη CIA.

Ο Σανκάρα ενόχλησε πολλούς, σε αρκετούς τομείς, και θεωρήθηκε από τους διεθνείς πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους ολέθριο παράδειγμα για τις υπόλοιπες αφρικανικές χώρες. Δεν έπρεπε να επιτύχει η επανάσταση του «Τσε Γκεβάρα της Αφρικής». Τι θα γινόταν εάν άλλες αφρικανικές χώρες μιμούνταν τη «χώρα των τίμιων ανθρώπων»; Ξέρετε, η φτωχή Αφρική στέκεται πάνω σε χρυσό, διαμάντια, πετρέλαιο και ουράνιο και αν ποτέ επικρατήσουν οι έντιμοι φτωχοί, τι θα γίνουν οι πλούσιοι λωποδύτες;

 

Για τις αποκαλύψεις σχετικά με τη συνωμοσία ανατροπής του Σανκάρα συστάθηκε επιτροπή στο Γαλλικό Κοινοβούλιο, το θέμα απασχόλησε τον ΟΗΕ, ενώ στοιχεία περιελήφθησαν στα WikiLeaks. Ομως όλα ξεχάστηκαν. Με τον ίδιο τρόπο που ξεχάστηκαν οι δολοφονίες του Πατρίς Λουμούμπα και του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Νταγκ Χάμαρσολντ. Και οι δύο σκοτώθηκαν στην Αφρική το 1961, πέφτοντας και οι δύο θύματα εταιρειών εξόρυξης διαμαντιών. Αυτά για τη μαρτυρική Αφρική και τον Τομά Σανκάρα.

-Η πρώτη προτεραιότητα του Σανκαρά μαζί με τη γεωργική παραγωγή ήταν η ιατρική φροντίδα για τον λαό. Εγκαινίασε ένα πρόγραμμα μαζικών εμβολιασμών για να καταπολεμήσει την πολιομυελίτιδα, τη μηνιγγίτιδα και την ιλαρά. Μέσα σε μια εβδομάδα εμβολιάσθηκαν 2,5 εκατομμύρια κάτοικοι, κάτι που απέσπασε τα συγχαρητήρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας

– Αναδείχθηκε σε έναν από τους επιφανέστερους Αφρικανούς φεμινιστές. Η βελτίωση της θέσεως των γυναικών στην κοινωνία της χώρας ήταν ένας από τους διακηρυγμένους στόχους του. Η κυβέρνησή του περιελάμβανε μεγάλο αριθμό γυναικών, κάτι χωρίς προηγούμενο στη Δυτική Αφρική. Απαγόρευσε τους καταναγκαστικούς γάμους και την πολυγαμία, διόρισε γυναίκες σε υψηλές κρατικές θέσεις και ενεθάρρυνε τον γυναικείο πληθυσμό να εργάζεται έξω από το σπίτι και τις μαθήτριες να μένουν στο σχολείο ακόμα και αν είναι έγκυες. Προώθησε επίσης την αντισύλληψη και προέτρεψε τους συζύγους να αγοράσουν φαγητό και να ετοιμάσουν γεύματα για να αποκτήσουν την εμπειρία των συνθηκών που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες.

– Πούλησε τον κυβερνητικό στόλο πολυτελών αυτοκινήτων και κατέστησε το Renault 5 (το φθηνότερο αυτοκίνητο που επωλείτο στη χώρα εκείνη την εποχή) το επίσημο υπηρεσιακό αυτοκίνητο των υπουργών.

– Μείωσε τους μισθούς των ανώτερων κρατικών αξιωματούχων, μαζί και τον δικό του, και απαγόρευσε τη χρήση κυβερνητικών οδηγών και αεροπορικών εισιτηρίων 1ης θέσεως.

 

– Αναδιένειμε τη γη των φεουδαρχών φυλάρχων στους αγρότες.

– Αντιτέθηκε στην ξένη βοήθεια, λέγοντας ότι «αυτός που σε ταΐζει, σε ελέγχει».

– Μίλησε σε φόρα όπως στον Οργανισμό Αφρικανικής Ενότητας ενάντια σε αυτό που περιέγραφε ως «νεοαποικιακή διείσδυση στην Αφρική δια του δυτικού εμπορίου και χρηματοδοτήσεων».

– Κάλεσε για ένα ενωμένο μέτωπο των αφρικανικών χωρών να αποκηρύξουν το χρέος τους προς ξένους. Υποστήριξε ότι οι φτωχοί και τα θύματα εκμεταλλεύσεως δεν είχαν υποχρέωση να αποπληρώσουν χρήματα στους πλούσιους και εκμεταλλευτές.

– Στην πρωτεύουσα Ουαγκαντούγκου ο Σανκαρά μετέτρεψε το κατάστημα προμηθειών του στρατού σε ένα κρατικό σούπερ-μάρκετ ανοικτό σε όλους (ήταν το πρώτο σούπερ-μάρκετ στη χώρα).

– Υποχρέωνε τους ανώτερους κρατικούς αξιωματούχους να δωρίζουν μισθό ενός μηνός σε δημόσια προγράμματα.

– Αρνείτο να χρησιμοποιεί κλιματιστικό στο γραφείο του με αιτιολογία ότι μια τέτοια πολυτέλεια δεν ήταν διαθέσιμη παρά σε ελάχιστους κατοίκους της χώρας.

– Ως πρόεδρος, όχι μόνο μείωσε τον μισθό του σε 450 δολάρια τον μήνα, αλλά και περιόρισε τα υπάρχοντά του σε ένα αυτοκίνητο, 4 ποδήλατα, τρεις κιθάρες, ένα ψυγείο και έναν καταψύκτη.

– Είχε γίνει γνωστός για το ότι έκανε τζόγκινγκ χωρίς συνοδεία στους δρόμους της πρωτεύουσας με αθλητική φόρμα.

Έχουμε καταλάβει ότι τέτοιοι άνθρωποι είναι πολύ επικίνδυνοι για την ολιγαρχία και την Πλουτοκρατία...

 

Οι δέκα δημοφιλέστερες αναρτήσεις του τελευταίου μήνα...
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
✖
Τώρα ακούγεται: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏸
⏹
⏭
🔊
🎤 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
📖 ΚΕΙΜΕΝΑ
PODCAST
📻 ΡΑΔIO ΦΑΙΑΚΙΑ
ΡΑΔΙΟ ΦΑΙΑΚΙΑ - ON AIR STUDIO
✖
Τώρα παίζει: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏭
⏸
⏹
🔀
🔊
Τραγούδια του κόσμου
Ελληνικά τραγούδια
PLAYLIST



κάποιοι λίγοι στίχοι...

ιδιωτικοποιείστε!!!

Aς ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα,
ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός,
ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας,
ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος,
ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο,
ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο,
ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά.
Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων,
ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη,
παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων
σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό.
Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου…
Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.
Ζοζέ Σαραμάγκου (1922 -2010)

Αυτούς τους έχω βαρεθεί

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Γερμανούς, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δε γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.

Βολφ Μπίρμαν (1936 -

σ τ η θ ά γ χ η

Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το Κίτρινο ποτάμι

Κι ύστερα, γιατρέ, την πάσα αυγή
την πάσα αυγή γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται.

Κι ύστερα, να, σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
τραβάει ολόισια, γιατρέ, η καρδιά μου
τραβάει, γιατρέ, στην Ισταμπούλ, σ’ ένα παλιό ξύλινο σπίτι.

Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να, γιατρέ
που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
τίποτα πάρεξ ένα μήλο
ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.

Κι είναι γιατρέ, απ’ αφορμή όλα τούτα
που μες στα στήθια μου έχω τούτη την αρρώστια
όμως, γιατρέ, και μ’ όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθια
κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ’ τα κάγκελα
κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.

Ναζίμ Χικμέτ
(1901 - 1963)

μ ι κ ρ ό κ ο σ μ ο ς

Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο `κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.

Ναζίμ Χικμέτ
(1901 - 1963)

Μ ι λ ώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
τους μαστροπούς ποιητές που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματα Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί γαλήνιοι το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Μανώλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)

Σὲ περιμένω παντοῦ

Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία,
πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ
ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ
κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος
τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα, ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο…
ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Τάσος Λειβαδίτης
(1922 - 1988)

Κι ήθελε ακόμη

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα,
έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους.
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία
καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά σε μια γωνιά μαζεύω με τάξη,
φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο.
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Μανώλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)

Ι θ ά κ η

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Κωσταντίνος Καβάφης
(1863 - 1933)

καπνισμένο τσουκάλι (απόσπασμα)

Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε
νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα,
δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε
τὸ ἴδιο βάρος σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε
ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο.

...ἔχεις ἀκόμη νὰ κλάψεις πολὺ
ὥσπου νὰ μάθεις τὸν κόσμο νὰ γελάει.


Γιάννης Ρίτσος
(1909 - 1990)

Μαλαματένια λόγια

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές

Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να `σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να `χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά

Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το `φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς


Μάνος Ελευθερίου
(1938 - 2018)

στρατιώτης - ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου.

Τη μιαν ημέρα έτρεμα,
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο,
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου.

Δεν έχω γράψει ποιήματα,
δεν έχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω.


Μίλτος Σαχτούρης
(1919 - 2005)

δεκαεφτά λαιστρυγόνες

Τι έχει να κάνει πόσοι είναι οι Λαιστρυγόνες
δεκατρείς τρακόσοι, τι έχει να κάνει;
μην είναι σίγουρο που έχω αύριο δυο χέρια ένα κούτελο;
στις φλέβες μου ο ίδιος άνεμος να σμπρώχνει λέξεις
καταπάνω στις οξιές και τα κατάρτια;
Μένω εδώ λοιπόν ξερός. Γέμισε ο τόπος Θερμοπύλες Θεσπιείς, απέναντι με τα ταμπούρλα τους οι Μήδοι,
άχρονα θεωρήματα κυκλώσανε τους λόχους μας,
ποταμός αόμματος έριξε το σπίτι
περνάει, παίρνει
εμένα το κλισιοσκόπιο γωνιά Υμηττού Φορμίωνος
κι εσένα κοφτερή προκήρυξη που σήκωσες οδοφράγματα·
πιασμένοι οι δυο μας χέρι χέρι
τρελοί με τα φωνήεντα των Ελλήνων
δεν περνούνε οι φασίστες…

τώρα νέα μου τρέλα γιος των όρνιων
κυνηγώ αποσιωπητικά, δίνω τα μάτια μου σε αστρίτες,
το στήθος μου εθνόσημο του φεγγαριού,
τελευταίο μου φυσίγγι η πλεξούδα απ’ τα μαλλιά σου.
Ήσουνα τότε στα δεκαεφτά,
δεκαεφτά κουρσάροι λαιστρυγόνες,
μα εγώ ακόμα σύννεφο.
Έκτωρ Κακναβάτος
(1920 - 2010 )

Π ρ ω ι ν ό

Είναι ένα ζεστό πρωϊνό
Ο έρωτας ποτίζει τη μέρα
Το άτακτο φτερό του
Αγγίζει το ποτέ

Φιλέρημος πληγή αθώων

Το λιοντάρι κάθισε στα χαρτιά μου
Μου μίλησε για τη ζητεία Παραδείσου
Και τον συλλογισμένο θάνατο
Που αδίκως ψάχνει
Τη γέννησή του

Τηλέμαχος Χυτήρης
(1945 - )

λ ή θ η

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.
Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·

θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Λορέντσος Μαβίλης
(1860 - 1912)

στην Πάργα πίσω...

Και μ΄ όλο το τρισκότοδο τους γνώρισα απ΄ αλάργα
στη στράτα και στα ξώστρατα, που παν κατά την Πάργα.

Δεν ήταν ούτε δέκα, ούδ΄ εκατόν. Καθείς στο χέρι εκράτει
κι΄ από ΄να σάκκον τρίχινο, κι΄ οι σάκκοι ήταν γεμάτοι.

Κι΄ εκείνοι σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι γάμου,
λες κι΄ είχαν όλοι τους φτερά και δεν πατούσαν χάμου.
-Κι΄ αν είστε και φαντάσματα μπορώ να σας ρωτήσω.
Που πάτε τόσο βιαστικά?

-Πάμε στην Πάργα πίσω.
-Και μες΄ στους σάκκους τι έχετε κρυμμένα, βρυκολάκοι,
-Με πεθαμένων κόκκαλα γεμάτοι είν΄ όλοι οι σάκκοι.
Διαβάτη δεν τα γνώρισες τ΄Αλή-Πασά τα χρόνια.
Σταλμένος απ΄ τα Τάρταρα τα μαύρα καταχθόνια,
σα να βουλήθηκε απ΄ τη γη κάθε καλό να λείψει,
έσπερνε το ξολόθρεμα, το χαλασμό, τη θλίψη.

Τότε στα χέρια του έπεσε κι΄ η Πάργα, η παινεμένη.
Μα η Πάργα κιαν σκλαβώθηκε, ψυχή δεν απομένει.
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά και νιοι και γέροι κι΄ όλοι
αφήνοντας παντέρημη τη σκλαβωμένη πόλη,
εξεκινήσαμε μαζί να βρούμε αλλού πατρίδα.

Πως το θυμούμαι! Συμφορές πολλές στον κόσμο είδα
και γνώρισα στη ζήση μου, καμμιά όμως σαν εκείνη,
Μια είν΄ η πατρίδα καθενός, δεύτερη δεν θα γίνει!...

Πριν ξεκινήσουμε μαζί τη νύχτα με φανάρια
στο κοιμητήρι επήγαμε κρατώντας τα΄ αξινάρια,
κι΄ απ΄ άκρη ως άκρη σκάβοντας το κάναμε χωράφι
κι΄ ανοίξαμε τα μνήματα κι΄ έγιναν λάκκοι οι τάφοι,
και πήραμε τα κόκαλα και τους σταυρούς ακόμα,
για να μη μείνει τίποτα στο σκλαβωμένο χώμα

Και φύγαμε. Περνά καιρός και εμείς αγάλι-αγάλι
πεθαίναμε κι η μια γενιά κληρονομάει την άλλη.
Ως ότου χθες μεσάνυχτα, κράζοντας πέρα ως πέρα
μια σάλπιγγα ετρικύμησε τον ξάστερον αγέρα
σαν τα΄ Αρχαγγέλου η σάλπιγγα για την στερνή την κρίση.
Τα κόκαλα, που λευτεριά τους είχαμε χαρίσει
κι΄ ανήσυχα, ανυπόμονα την ώρα καρτερούσαν,
(γιατί στην έρμη ξενιτιά την Πάργα ελαχταρούσαν)
πήραν φωνή, κι΄ ανάκραζαν, φωνή βαθειά μεγάλη:
-«Η Πάργα ξεσκλαβώθηκε, πηγαίνετέ μας πίσω πάλι».

Ιωάννης Πολέμης
(1862 - 1924)





Translate

Ετικέτες

Εμφάνιση περισσότερων
Π ρ ο φ ί λ
προφίλ
Ο Μίλτος Βασιλείου είναι συνταξιούχος αναπληρωτής καθηγητής πνευμονολογίας