Αφιέρωμα...

Ντελακρούα: Έφιππος Ελληνας αγωνιστής ... στην επέτειο, το τραγούδι των Λ. Κηλαηδόνη-Λ. Παπαδόπουλου.  Λίγα λόγια για μία σημαντική πλευρά της ιστορίας μας. Ο Δραγουμάνος του Βεζύρη   Ο δραγουμάνος του βεζύρη Πίνει μαστίχα ρίχνει τα χαρτιά Το 'να του μάτι στο μισσίρι Τ' άλλο του μάτι στην αρβανιτιά Κι όταν βαράει παλαμάκια Δούλες σερμπέτια μέλια έρχονται σωρό Και του αχμέτ αγά τα χανουμάκια Στην προσταγή του στήνουνε χορό Φάτε και πιείτε δραγουμάνοι Τώρα που όλα είναι για τα σας Έτσι ορίζει το φιρμάνι Κι ο πολυχρονεμένος σας πασάς Κι όσο για μας σ' ένα καλύβι Γεια σου τζαβέλα γεια σου γέρο του μοριά Βράδυ πρωί θα λιώνουμε μολύβι Για την τιμή και για τη λευτεριά Ακολουθεί ένα σύντομο εικαστικό αφιέρωμα με πίνακες, που εκτίθενται στον ιστότπο: LIFO

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε την Παναγία

Πάνω από δογματικές συμβατικότητες ο μεγάλος μας ποιητής συμμερίζεται τον πόνο της μάνας στο έξοχο έργο του: η Μάνα του Χριστού… Σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη και με την μοναδική φωνή της αλησμόνητης Μαρίας Δημητριάδη το ποίημα του Κώστα Βάρναλη είναι κατάθεση στο πνεύμα της ημέρας…




Πώς οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,

ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρο μπαξέδες!

Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει

και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

 

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,

των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν

κι αν η μάβρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,

νά που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

 

Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει

(είταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)

σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει

κι από δόξες αλάργα κι αλάργ' από μίση!

 

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αβλή με πηγάδι...

και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι...

νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,

το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

 

Κι’ άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,

με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,

(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι

ν΄ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

 

Κ’ αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει

τον καλό σου τον ήσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,

η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,

ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

 

Κι ο κατόχρονος θάνατος θά φτανε μέλι

και πολλή φύτρα θά φηνες τέκνα κι αγγόνια

καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,

τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

 

Κατεβάζω στα μάτια τη μάβρην ομπόλια,

για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει...

Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρο περβόλια,

λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

 

Φέβγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,

Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.

Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,

δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

 

Καθώς κλαίει, σαν της πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα,

ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.

Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:

τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

 

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου

στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!

Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)

δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιο τ’ όνομά σου!

 

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη...

Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη

κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά ρθει το δείλι,

το σταβρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ’ οι φίλοι.

 

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,

σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός;» τί πες «Νά με»!

Αχ! δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στόμα!

Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

 




[πηγή: Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά. Το φως που καίει. Σκλάβοι Πολιορκημένοι. Ποιήματα, εκδόσεις «Ο Κέδρος», Αθήνα 2006, σ. 64-66]




Σχόλια

.

Ετικέτες

Εμφάνιση περισσότερων