Νίκος Μητσιάλης: Πέπε Μουχίκα, ο Πρόεδρος των φτωχών!

Η είδηση του θανάτου του Πέπε Μουχίκα ήταν η επιβεβαίωση μίας προαναγγελθείσας απώλειας. Ο ίδιος ο Πέπε, με εντυπωσιακά απόλυτη ψυχραιμία είχε ενημερώσει από καιρό την κοινωνία για αυτή την ‘φυσική’ εξέλιξη…

Ηταν σταθερά και απαρασάλευτα ο ίδιος ο αγωνιστής της άγουρης νιότης, ο σύντροφος Πρόεδρος της πολιτικά ώριμης μετάβασης… Α Π Λ Ο Σ… Αν η λέξη χρειάζεται ένα ζωντανό παράδειγμα για να γίνει κατανοητή, δεν υπάρχει καλύτερο ‘μοντέλο’ από τον Πέπε… Με όλο το μέγιστο βάθος του όρου...

Συνυπογράφουμε ταπεινά το έξοχο κείμενο αποχαιρετισμού από τον φίλτατο Νίκο Μητσιάλη


Αφιέρωμα

Πέπε Μουχίκα, ο Πρόεδρος των φτωχών!

…Δεν μπορούσαν να μιλήσουν ούτε καν με τα αντικείμενα. Γιατί στα κελιά τους δεν υπήρχαν αντικείμενα, δεν υπήρχε τίποτε. Ξάπλωναν πάνω στο παγωμένο τσιμέντο, αλαφιάζονταν από κάθε τρίξιμο της καγκελόπορτας, κάθε ήχο στρατιωτικής μπότας, που μπορεί να σήμαινε γι’ αυτούς έναν ακόμη κύκλο βασανιστηρίων.(Από τον Πρόλογο του Εδουάρδο Γκαλεάνο στο βιβλίο των Τουπαμάρος, Ροσενκόφ & Ουιδόμπρο  “Ημερολόγιο Φυλακής”)

Το 1973, στην Ουρουγουάη, οι αντάρτες Τουπαμάρος -πήραν το όνομα τους από τον Τουπάκ Αμάρου, τον Ίνκα (1738-1781) ο οποίος ηγήθηκε μίας μεγάλης εξέγερσης κατά των Ισπανών στο Περού- ένα Κίνημα για την Λαϊκή Συμμετοχή, έχουν χάσει τον πόλεμο με τον στρατό και η δικτατορία κυβερνάει τη χώρα σύμφωνα με το «Σχέδιο Κόνδορας» της CIA των Η.Π.Α. 


Οι τρεις φυλακισμένοι αντάρτες Τουπαμάρος του βιβλίου, είναι οι Mujica (Πέπε), Rosenkof και Huidobro,  συνελήφθησαν από τις δυνάμεις καταστολής το 1972, υπεβλήθησαν σε άγρια βασανιστήρια και παρέμειναν έγκλειστοι με μια κουκούλα συνεχώς στο κεφάλι για δεκατρία περίπου χρόνια, σε διάφορα στρατόπεδα και φυλακές της χώρας. 

Αυτοί και επτά ακόμη ηγετικά στελέχη των Τουπαμάρος έγιναν αντικείμενο του πιο ακραίου σαδισμού της δικτατορίας.

Το 1985 η δικτατορία του στρατηγού Γκρεγκόριο «Γκόγιο» Άλβαρες κατέρρευσε. Ο δικτάτορας Άλβαρες συλλαμβάνεται, μόλις το 2007, για τα εγκλήματα που διέπραξε εναντίον των λαϊκών αγωνιστών και δύο χρόνια αργότερα καταδικάστηκε σε κάθειρξη 25 ετών. 

Η Ουρουγουάη μπαίνει σε μια κανονικότητα προσπαθώντας να κλείσει τις πληγές που δημιούργησε η αμερικανοκίνητη δικτατορία με το περιβόητο «Σχέδιο Κόνδορας» που αφορούσε τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Ο Χοσέ Αλμπέρτο (Πέπε- Μουχίκα Κορδάνο) είναι πρόεδρος της Ουρουγουάης από το 2010 έως το 2015, διάστημα στο οποίο κατάφερε να πετύχει έναν κοινωνικονομικό άθλο που ασφαλώς ονειρεύονταν να πετύχουν ο Τσε Γκεβάρα και ο Σαλβαδόρ Αλιέντε και αρκετοί άλλοι λαϊκοί αγωνιστές για τους λαούς τους, αλλά τους πρόλαβε μια σφαίρα made in USA.

Ο Jose “Pepe” Mujica, ο πιο φτωχός πρόεδρος στον κόσμο, ζούσε πάντα στο ίδιο μικρό σπίτι με ένα υπνοδωμάτιο, σε μία μικρή φάρμα έξω από το Μοντεβίδεο, μαζί με τη γυναίκα του Lucia Toplansky, και αυτή αντάρτισσα των Τουπαμάρος, με 13 χρόνια επίσης στην απομόνωση την περίοδο της δικτατορίας, μέλος και η ίδια της Γερουσίας και αντιπρόεδρος της Ουρουγουάης και μαζί με τη Μανουέλα, την σκυλίτσα του και παρκαρισμένο ένα παμπάλαιο Volkswagen, το σκαθάρι του.

Ο Πέπε δεν είχε ποτέ χρέη, δάνεια και τραπεζικές αποταμιεύσεις, κατηγορώντας μάλιστα το τραπεζικό σύστημα ως το μεγαλύτερο έγκλημα! Το 90% της προεδρικής μηνιαίας αποζημίωσης του το κατέθετε στο ταμείο ανέγερσης της Κοινωνικής Κατοικίας! Οπισθοδρομικός ο Πέπε σε σχέση με πολλούς «δικούς» μας πολιτικούς «σωτήρες» με τα δεκάδες ιδιόκτητα σπίτια, τα καταστήματα, τα οικόπεδα, τα κότερα, τις καταθέσεις εμφανείς και αφανείς σε νησιά και εξωτικούς παραδείσους.

Αυτόν δεν κατάφερε να τον οξειδώσει η «υγρασία» της εξουσίας. Αντιθέτως έλεγε και το έκανε πράξη πως: «Όταν σε εκλέγει η πλειοψηφία για ένα αξίωμα, τότε πρέπει να ζεις σαν την πλειοψηφία, όχι σαν τη μειοψηφία…».

Υλοποιώντας ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης ανέβασε το ΑΕΠ σε επίπεδα ρεκόρ νικώντας την φτώχεια, ενισχύοντας τους ευάλωτους, αναδιανέμοντας τον νέο παραγόμενο πλούτο. Η Ουρουγουάη απέκτησε ενεργειακή αυτάρκεια, παράγοντας το 95% της ηλεκτρικής ενέργειας που χρειάζεται από ανανεώσιμες πηγές.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του έως το 2015, ο Πέπε Μουχίκα εφάρμοσε πολιτικές και προγράμματα με στόχο την κοινωνική ενσωμάτωση και την πρόνοια. Ο νόμος για τον γάμο των ομοφυλόφιλων, που ψηφίστηκε το 2013, ήταν ένας από τους πρώτους στη Λατινική Αμερική.

 Το Plan Juntos επικεντρώθηκε στη βελτίωση των συνθηκών στέγασης των φτωχότερων οικογενειών, ενώ η συνέχιση του Plan de Equidad διατήρησε την οικονομική στήριξη των νοικοκυριών με ευάλωτα παιδιά.

Η κυβέρνηση Μουχίκα διαφοροποίησε τις παραγωγικές προτεραιότητες επενδύοντας στη γεωργία, γεγονός που ενίσχυσε τη θέση της Ουρουγουάης ως εξαγωγέα τροφίμων. Μια άλλη πρωτοποριακή πρωτοβουλία, παγκοσμίως, ήταν η νομιμοποίηση της παραγωγής του εμπορίου και της κατανάλωσης κάνναβης το 2013.

Προχθές, Τρίτη, ο πρόεδρος των φτωχών Πέπε Μουχίκα έφυγε από τη ζωή στα 89 του νικημένος από τον καρκίνο. Επιθυμία του να ταφεί κάτω το μεγάλο δέντρο της σεκόγιας που φύτεψε αυτός πριν πολλά χρόνια στο κήπο του, εκεί που έχει ταφεί και η Μανουέλα, η αγαπημένη του σκυλίτσα. «Εκεί δίπλα θέλω να ταφώ» άφησε την έγνοια στην αντάρτισσα γυναίκα του.                       

Καλό ταξίδι Τουπαμάρο, Πέπε Μουχίκα. Ο πλανήτης στερείται πια από μια μεγάλη καρδιά και από ένα ανοικτό μυαλό, σπάνια και τα δύο στην εποχή των τεράτων…

Οι δέκα δημοφιλέστερες αναρτήσεις του τελευταίου μήνα...
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
✖
Τώρα ακούγεται: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏸
⏹
⏭
🔊
🎤 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
📖 ΚΕΙΜΕΝΑ
PODCAST
📻 ΡΑΔIO ΦΑΙΑΚΙΑ
ΡΑΔΙΟ ΦΑΙΑΚΙΑ - ON AIR STUDIO
✖
Τώρα παίζει: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏭
⏸
⏹
🔀
🔊
Τραγούδια του κόσμου
Ελληνικά τραγούδια
PLAYLIST



κάποιοι λίγοι στίχοι...

ιδιωτικοποιείστε!!!

Aς ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα,
ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός,
ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας,
ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος,
ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο,
ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο,
ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά.
Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων,
ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη,
παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων
σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό.
Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου…
Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.
Ζοζέ Σαραμάγκου (1922 -2010)

Αυτούς τους έχω βαρεθεί

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Γερμανούς, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δε γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.

Βολφ Μπίρμαν (1936 -

σ τ η θ ά γ χ η

Αν η μισή καρδιά μου βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το Κίτρινο ποτάμι

Κι ύστερα, γιατρέ, την πάσα αυγή
την πάσα αυγή γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται.

Κι ύστερα, να, σαν οι φυλακισμένοι γέρνουνε στον ύπνο
και σβήνουν στο νοσοκομείο τα τελευταία βήματα
τραβάει ολόισια, γιατρέ, η καρδιά μου
τραβάει, γιατρέ, στην Ισταμπούλ, σ’ ένα παλιό ξύλινο σπίτι.

Κι ύστερα, δέκα χρόνια τώρα, να, γιατρέ
που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου να δώσω στο φτωχό λαό μου
τίποτα πάρεξ ένα μήλο
ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου.

Κι είναι γιατρέ, απ’ αφορμή όλα τούτα
που μες στα στήθια μου έχω τούτη την αρρώστια
όμως, γιατρέ, και μ’ όλα τα ντουβάρια που μου κάθονται στα στήθια
κοιτάω τη νύχτα ανάμεσα απ’ τα κάγκελα
κι όλη η καρδιά μου αντιχτυπά και στο πιο μακρινό αστέρι.

Ναζίμ Χικμέτ
(1901 - 1963)

μ ι κ ρ ό κ ο σ μ ο ς

Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο `κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.

Ναζίμ Χικμέτ
(1901 - 1963)

Μ ι λ ώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
τους μαστροπούς ποιητές που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματα Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί γαλήνιοι το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Μανώλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)

Σὲ περιμένω παντοῦ

Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία,
πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ
ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ
κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος
τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα, ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο…
ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Τάσος Λειβαδίτης
(1922 - 1988)

Κι ήθελε ακόμη

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα,
έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους.
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία
καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά σε μια γωνιά μαζεύω με τάξη,
φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο.
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Μανώλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)

Ι θ ά κ η

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Κωσταντίνος Καβάφης
(1863 - 1933)

καπνισμένο τσουκάλι (απόσπασμα)

Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε
νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα,
δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε
τὸ ἴδιο βάρος σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε
ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο.

...ἔχεις ἀκόμη νὰ κλάψεις πολὺ
ὥσπου νὰ μάθεις τὸν κόσμο νὰ γελάει.


Γιάννης Ρίτσος
(1909 - 1990)

Μαλαματένια λόγια

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές

Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να `σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να `χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά

Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το `φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς


Μάνος Ελευθερίου
(1938 - 2018)

στρατιώτης - ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου.

Τη μιαν ημέρα έτρεμα,
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο,
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου.

Δεν έχω γράψει ποιήματα,
δεν έχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω.


Μίλτος Σαχτούρης
(1919 - 2005)

δεκαεφτά λαιστρυγόνες

Τι έχει να κάνει πόσοι είναι οι Λαιστρυγόνες
δεκατρείς τρακόσοι, τι έχει να κάνει;
μην είναι σίγουρο που έχω αύριο δυο χέρια ένα κούτελο;
στις φλέβες μου ο ίδιος άνεμος να σμπρώχνει λέξεις
καταπάνω στις οξιές και τα κατάρτια;
Μένω εδώ λοιπόν ξερός. Γέμισε ο τόπος Θερμοπύλες Θεσπιείς, απέναντι με τα ταμπούρλα τους οι Μήδοι,
άχρονα θεωρήματα κυκλώσανε τους λόχους μας,
ποταμός αόμματος έριξε το σπίτι
περνάει, παίρνει
εμένα το κλισιοσκόπιο γωνιά Υμηττού Φορμίωνος
κι εσένα κοφτερή προκήρυξη που σήκωσες οδοφράγματα·
πιασμένοι οι δυο μας χέρι χέρι
τρελοί με τα φωνήεντα των Ελλήνων
δεν περνούνε οι φασίστες…

τώρα νέα μου τρέλα γιος των όρνιων
κυνηγώ αποσιωπητικά, δίνω τα μάτια μου σε αστρίτες,
το στήθος μου εθνόσημο του φεγγαριού,
τελευταίο μου φυσίγγι η πλεξούδα απ’ τα μαλλιά σου.
Ήσουνα τότε στα δεκαεφτά,
δεκαεφτά κουρσάροι λαιστρυγόνες,
μα εγώ ακόμα σύννεφο.
Έκτωρ Κακναβάτος
(1920 - 2010 )

Π ρ ω ι ν ό

Είναι ένα ζεστό πρωϊνό
Ο έρωτας ποτίζει τη μέρα
Το άτακτο φτερό του
Αγγίζει το ποτέ

Φιλέρημος πληγή αθώων

Το λιοντάρι κάθισε στα χαρτιά μου
Μου μίλησε για τη ζητεία Παραδείσου
Και τον συλλογισμένο θάνατο
Που αδίκως ψάχνει
Τη γέννησή του

Τηλέμαχος Χυτήρης
(1945 - )

λ ή θ η

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.
Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·

θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Λορέντσος Μαβίλης
(1860 - 1912)

στην Πάργα πίσω...

Και μ΄ όλο το τρισκότοδο τους γνώρισα απ΄ αλάργα
στη στράτα και στα ξώστρατα, που παν κατά την Πάργα.

Δεν ήταν ούτε δέκα, ούδ΄ εκατόν. Καθείς στο χέρι εκράτει
κι΄ από ΄να σάκκον τρίχινο, κι΄ οι σάκκοι ήταν γεμάτοι.

Κι΄ εκείνοι σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι γάμου,
λες κι΄ είχαν όλοι τους φτερά και δεν πατούσαν χάμου.
-Κι΄ αν είστε και φαντάσματα μπορώ να σας ρωτήσω.
Που πάτε τόσο βιαστικά?

-Πάμε στην Πάργα πίσω.
-Και μες΄ στους σάκκους τι έχετε κρυμμένα, βρυκολάκοι,
-Με πεθαμένων κόκκαλα γεμάτοι είν΄ όλοι οι σάκκοι.
Διαβάτη δεν τα γνώρισες τ΄Αλή-Πασά τα χρόνια.
Σταλμένος απ΄ τα Τάρταρα τα μαύρα καταχθόνια,
σα να βουλήθηκε απ΄ τη γη κάθε καλό να λείψει,
έσπερνε το ξολόθρεμα, το χαλασμό, τη θλίψη.

Τότε στα χέρια του έπεσε κι΄ η Πάργα, η παινεμένη.
Μα η Πάργα κιαν σκλαβώθηκε, ψυχή δεν απομένει.
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά και νιοι και γέροι κι΄ όλοι
αφήνοντας παντέρημη τη σκλαβωμένη πόλη,
εξεκινήσαμε μαζί να βρούμε αλλού πατρίδα.

Πως το θυμούμαι! Συμφορές πολλές στον κόσμο είδα
και γνώρισα στη ζήση μου, καμμιά όμως σαν εκείνη,
Μια είν΄ η πατρίδα καθενός, δεύτερη δεν θα γίνει!...

Πριν ξεκινήσουμε μαζί τη νύχτα με φανάρια
στο κοιμητήρι επήγαμε κρατώντας τα΄ αξινάρια,
κι΄ απ΄ άκρη ως άκρη σκάβοντας το κάναμε χωράφι
κι΄ ανοίξαμε τα μνήματα κι΄ έγιναν λάκκοι οι τάφοι,
και πήραμε τα κόκαλα και τους σταυρούς ακόμα,
για να μη μείνει τίποτα στο σκλαβωμένο χώμα

Και φύγαμε. Περνά καιρός και εμείς αγάλι-αγάλι
πεθαίναμε κι η μια γενιά κληρονομάει την άλλη.
Ως ότου χθες μεσάνυχτα, κράζοντας πέρα ως πέρα
μια σάλπιγγα ετρικύμησε τον ξάστερον αγέρα
σαν τα΄ Αρχαγγέλου η σάλπιγγα για την στερνή την κρίση.
Τα κόκαλα, που λευτεριά τους είχαμε χαρίσει
κι΄ ανήσυχα, ανυπόμονα την ώρα καρτερούσαν,
(γιατί στην έρμη ξενιτιά την Πάργα ελαχταρούσαν)
πήραν φωνή, κι΄ ανάκραζαν, φωνή βαθειά μεγάλη:
-«Η Πάργα ξεσκλαβώθηκε, πηγαίνετέ μας πίσω πάλι».

Ιωάννης Πολέμης
(1862 - 1924)





Translate

Ετικέτες

Εμφάνιση περισσότερων
Π ρ ο φ ί λ
προφίλ
Ο Μίλτος Βασιλείου είναι συνταξιούχος αναπληρωτής καθηγητής πνευμονολογίας