Δεν είναι ότι συμβαίνουν περισσότερα άσχημα πράγματα από όσα συνέβαιναν παλιότερα. Η Ιστορία, άλλωστε, δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα φειδωλή σε πολέμους, αδικίες, φτώχεια, καταστροφές και ανθρώπινη βλακεία.
Το παράξενο είναι ότι εμείς αρχίσαμε να μην εκπλησσόμαστε.
Ένας ακόμη πόλεμος; Μάλιστα.
Άλλοι άνθρωποι που χάνουν το σπίτι τους, τη δουλειά τους, την πατρίδα τους; Το βλέπουμε στις ειδήσεις.
Ένας ακόμη άνθρωπος που πεθαίνει επειδή δεν είχε χρήματα; Μια μικρή είδηση κάπου χαμηλά. Περνάμε γρήγορα στην επόμενη.
Η τραγωδία και η κατανάλωση απέκτησαν την ίδια οθόνη.
Κι εμείς, κάπου ανάμεσα στις δύο, προσπαθούμε να συνεχίσουμε τη μέρα μας.
Ξέρουμε σχεδόν τα πάντα και αισθανόμαστε όλο και λιγότερα.
Και ίσως αυτό να είναι πιο επικίνδυνο από την άγνοια.
Κάποτε οι άνθρωποι έλεγαν: «Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό».
Σήμερα λέμε:
«Έτσι είναι ο κόσμος».
Αυτές η πρόταση ίσως είναι από τις πιο επικίνδυνες που επινοήσαμε.
Γιατί ο κόσμος δεν είναι έτσι.
Όχι ολόκληρος. Όχι αύριο. Όχι με ένα σύνθημα στο διαδίκτυο. Πιο δύσκολα, πιο περίεργα...
Αλλά μπορούμε να τον αλλάξουμε.
Να μη θεωρήσουμε φυσιολογικό να ζει κάποιος χωρίς αξιοπρέπεια επειδή «δεν τα κατάφερε».
Να μη δεχτούμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που αξίζουν περισσότερο από άλλους.
Αξία δεν έχει η οργή σαν ενστικτώδης συναισθηματική αντίδραση... Πρέπει να καταλήγει σε μία άρνηση, σε μία αντίθεση.
«Όχι. Αυτό δεν είναι σωστό».
Οι κοινωνίες δεν αλλάζουν μόνο όταν εκατομμύρια άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους.
Αλλάζουν και όταν ένας άνθρωπος αρνείται να θεωρήσει φυσιολογικό αυτό που όλοι γύρω του έχουν συνηθίσει.
Ακόμη και μόνοι μπροστά σε μια οθόνη.
Αρκεί να μην πάψουμε να εκπλησσόμαστε.
Να μην πάψουμε να ενοχλούμαστε.
Να μην πάψει να ρωτάμε:
«Μα πώς είναι δυνατόν να το δεχόμαστε αυτό;»
Αυτή η ερώτηση μοιάζει να είναι, τελικά, μια μικρή μορφή, μία αρχή ελπίδας.
Όσο κάποιος εξακολουθεί να απορεί με την αδικία, σημαίνει ότι μέσα του δεν την έχει ακόμη αποδεχτεί.
Και όσο δεν την έχει αποδεχτεί, ο κόσμος -όσο δύσκολο κι αν μοιάζει- δεν έχει τελειώσει.