Κι όμως, μέσα
σε αυτή την ευρωπαϊκή πραγματικότητα υπάρχει μία χώρα που μοιάζει να βρίσκεται
σε άλλη εποχή: Η Ελλάδα.
Το μέγεθος της
ελληνικής υστέρησης αποτυπώνεται ακόμη και στους ψυχρούς αριθμούς. Το 2024 η
Ελλάδα κατέγραψε μόλις 0,7 δισεκατομμύρια επιβατοχιλιόμετρα, μία από τις
χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια χρονιά η Γερμανία ξεπέρασε
τα 109 δισεκατομμύρια και η Γαλλία τα 107 δισεκατομμύρια επιβατοχιλιόμετρα.
Δεν είναι μόνο
θέμα ταχύτητας ή άνεσης. Είναι και θέμα
ασφάλειας.
δεν μιλάμε για τεχνολογία του μέλλοντος. Μιλάμε για τεχνολογία που ήδη
αποτελεί ευρωπαϊκό πρότυπο ασφαλούς σιδηροδρομικής λειτουργίας.
Η Ευρωπαϊκή
Υπηρεσία Σιδηροδρόμων δημοσιεύει πλέον το 2026 την ετήσια έκθεσή της για την
ασφάλεια και τη διαλειτουργικότητα των ευρωπαϊκών σιδηροδρόμων. Η Ελλάδα, αντί
να συζητά πώς θα περάσει στην επόμενη γενιά των σιδηροδρομικών μεταφορών,
εξακολουθεί να προσπαθεί να ολοκληρώσει βασικές υποδομές.
Στην άλλη άκρη του κόσμου το τρένο δεν αντιμετωπίζεται ως απομεινάρι του 20ού αιώνα.
Τα σύγχρονα συστήματα αυτόματου ελέγχου παρακολουθούν την ταχύτητα και τη θέση των συρμών και μπορούν να ενεργοποιήσουν αυτόματα την πέδηση όταν υπάρχει κίνδυνος υπέρβασης των ορίων ασφαλείας.
Και στην Κίνα,
η εξέλιξη έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις.
Και η εξέλιξη
συνεχίζεται: τα πρωτότυπα CR450 έχουν σχεδιαστεί για εμπορική ταχύτητα 400
χιλιομέτρων την ώρα, ενώ η Κίνα σχεδιάζει να φθάσει περίπου τα 60.000
χιλιόμετρα δικτύου υψηλής ταχύτητας έως το 2030.
Αυτή είναι η
πραγματική εικόνα του σύγχρονου σιδηροδρόμου. Όχι το τρένο που περιμένει να
ανοίξει η σηματοδότηση αλλά το τρένο που ενσωματώνει την ψηφιακή τεχνολογία,
την αυτοματοποίηση, την ενεργειακή αποδοτικότητα και την υψηλή ταχύτητα.
Απέναντι στο τρένο, το αυτοκίνητο
Οι Ηνωμένες
Πολιτείες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι οικονομικές και
πολιτικές επιλογές μπορούν να διαμορφώσουν για δεκαετίες τον τρόπο με τον οποίο
μετακινείται μία κοινωνία.
Υπήρξε όμως και
ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό επεισόδιο.
Εταιρείες που συνδέονταν
με την αυτοκινητοβιομηχανία, τα ελαστικά και τα πετρελαιοειδή συμμετείχαν στη
National City Lines, η οποία απέκτησε δίκτυα τραμ σε πολλές αμερικανικές πόλεις
και τα αντικατέστησε με λεωφορεία. Το γεγονός αυτό κατέληξε και σε
αντιμονοπωλιακή δικαστική υπόθεση.
Το αποτέλεσμα, πάντως, είναι αδιαμφισβήτητο: η Αμερική οικοδόμησε μία κοινωνία εξαιρετικά εξαρτημένη από το αυτοκίνητο.
Η συζήτηση για τους σιδηροδρόμους συχνά περιορίζεται στο ερώτημα: «Πόσο γρήγορα πηγαίνει το τρένο;» Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Πώς θέλουμε να ζούμε;
Θέλουμε πόλεις
στις οποίες ο εργαζόμενος χρειάζεται αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά;
Θέλουμε
ηλικιωμένους, νέους και ανθρώπους χωρίς αυτοκίνητο να εξαρτώνται από τρίτους
για τις μετακινήσεις τους;
Θέλουμε η
επαρχία να απομονώνεται επειδή η σύνδεσή της με τα μεγάλα αστικά κέντρα είναι
δύσκολη και ακριβή;
Ή θέλουμε ένα
δίκτυο που να συνδέει πόλεις, ανθρώπους, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, τουριστικούς
προορισμούς και παραγωγικές περιοχές;
Ο σιδηρόδρομος
είναι κοινωνική υποδομή πριν γίνει τεχνικό έργο.
Το τρένο που χάσαμε
Με δεδομένες τις
πολιτικές συγκοινωνιών, που εφάρμοσαν όλες οι αστικές κυβερνήσεις η Ελλάδα είναι
καταδικασμένη να έχει έναν φτωχό και αναξιόπιστο σιδηρόδρομο.
Όταν μία χώρα
επενδύει στους σιδηροδρόμους, δεν αγοράζει απλώς ράγες και συρμούς. Επενδύει
στην παραγωγικότητα, στην περιφέρεια, στο περιβάλλον, στην ασφάλεια και –τελικά-
στην καθημερινότητα των πολιτών της.
Όταν δεν
επενδύει, δεν μένει απλώς πίσω η τεχνολογία. Μένει πίσω η ίδια η κοινωνία.
Κάπου ανάμεσα
σε ένα τρένο που μπορεί να διασχίζει μία χώρα με 300 ή 350 χιλιόμετρα την ώρα
και σε ένα άλλο που περιμένει ακόμη τη σηματοδότηση, βρίσκεται μία ολόκληρη
αντίληψη για την πρόοδο.
Δεν χάσαμε μόνο το τρένο. Χάσαμε την ιδέα ότι το τρένο μπορεί να μας πάει κάπου μπροστά.
