Δεν
πρόκειται για αντίφαση. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου μοντέλου.
Ο
τουρισμός είναι σημαντικός για την ελληνική οικονομία. Το ζήτημα αρχίζει όταν
από σημαντικός κλάδος μετατρέπεται σε κυρίαρχη λογική ανάπτυξης. Όταν η χώρα
δεν χρησιμοποιεί τον τουρισμό ως έναν από τους πολλούς παραγωγικούς της
πυλώνες, αλλά αρχίζει να οργανώνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής και
κοινωνικής ζωής γύρω από αυτόν.
Τότε
ο τουρίστας παύει να είναι επισκέπτης ενός τόπου. Ο τόπος αρχίζει να γίνεται
προϊόν για τον επισκέπτη. Και αυτό έχει κόστος.
Η οικονομία της εύκολης απόδοσης
Αλλά
μια χώρα δεν μπορεί να οικοδομήσει μακροπρόθεσμη παραγωγική ισχύ μόνο πάνω στην
ευκολία της γρήγορης απόδοσης.
Η ίδια η ΕΕ εξακολουθεί να επισημαίνει τη για την ελληνική οικονομία την μεγάλη σημασία δραστηριοτήτων χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας. Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: πού είναι η παραγωγή που θα αυξήσει την τεχνολογική, βιομηχανική και παραγωγική αυτονομία της χώρας;
Δεν
αρκεί να εισάγουμε προϊόντα, να τα καταναλώνουμε και να φιλοξενούμε εκείνους
που έρχονται να τα καταναλώσουν. Μια οικονομία χρειάζεται να παράγει.
Έτσι
ο τουρισμός δεν συμπληρώνει την παραγωγή. Αρχίζει να την υποκαθιστά. Η πόλη παύει να ανήκει στους κατοίκους της...
Ένα
σπίτι που κάποτε στέγαζε μια οικογένεια μπορεί να αποδίδει περισσότερο ως
τουριστικό κατάλυμα. Και όταν αυτό συμβαίνει μαζικά, η κατοικία παύει να
αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως κοινωνική ανάγκη και μετατρέπεται σε επενδυτικό
προϊόν.
Έτσι
δημιουργείται μια παράλογη εικόνα: μια οικονομία μπορεί να παρουσιάζει ανάπτυξη
και ταυτόχρονα ο εργαζόμενος που παράγει αυτή την ανάπτυξη να μην μπορεί να
πληρώσει το σπίτι του.
Όταν ο τόπος καταναλώνεται
Το
πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και περιβαλλοντικό.
Ένα
νησί δεν αποκτά ξαφνικά περισσότερους υδάτινους πόρους επειδή αυξήθηκαν οι
αφίξεις.
Δεν
αποκτά περισσότερη γη επειδή αυξήθηκαν τα ξενοδοχεία.
Δεν
αποκτά καλύτερες υποδομές επειδή αυξήθηκε ο αριθμός των επισκεπτών.
Η
ησυχία γίνεται τουριστική υπηρεσία που πρώτα πρέπει να χαθεί για να διαφημιστεί
ως «αυθεντικότητα».
Και
η αυθεντικότητα είναι ίσως το πιο ειρωνικό θύμα.
Η
κοινωνία ως τουριστική υπηρεσία
Η
τουριστικοποίηση αλλάζει και την κοινωνική συμπεριφορά.
Όταν
ένας τόπος εξαρτά όλο και περισσότερο την οικονομική του λειτουργία από τον
επισκέπτη, η καθημερινότητα προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του.
Κάπου
εδώ προκύπτει ένα βαθύτερο πολιτισμικό ζήτημα.
Μια κοινωνία που ζει όλο και περισσότερο από την εξυπηρέτηση του
τουρίστα κινδυνεύει να μετατρέψει τον ίδιο της τον πολιτισμό σε σκηνικό.
Η
παράδοση γίνεται «experience». Η κουζίνα γίνεται «concept». Η γειτονιά γίνεται
«destination». Η ζωή γίνεται τουριστικό προϊόν.
Ποια
χώρα θέλουμε τελικά;
Το
ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν θέλουμε τουρίστες. Φυσικά και τους θέλουμε. Το
ερώτημα είναι αν θέλουμε μια χώρα που παράγει και δέχεται τουρίστες ή μια χώρα
που, όλο και περισσότερο, ζει για να δέχεται τουρίστες.
Η
δεύτερη τον μετατρέπει σε σχεδόν καθολική στρατηγική.
Και
τότε η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί σε έναν ιδιότυπο οικονομικό εγκλωβισμό: να
εισάγει μεγάλο μέρος όσων χρειάζεται, να εξάγει υπηρεσίες φιλοξενίας και να
καταναλώνει σταδιακά τα φυσικά, κοινωνικά και οικιστικά της αποθέματα.
Η
πραγματική πρόκληση δεν είναι να βρούμε πόσους ακόμη τουρίστες μπορεί να
αντέξει η Ελλάδα. Είναι να αποφασίσουμε πόσο
τουρισμό αντέχει η Ελλάδα χωρίς να πάψει να είναι χώρα για τους κατοίκους της.
Γιατί
στο τέλος υπάρχει μια απλή, αλλά καθοριστική ερώτηση: Θέλουμε να πουλάμε την
Ελλάδα ή θέλουμε να ζούμε σε αυτήν;