18 Σεπτεμβρίου 2013. Κερατσίνι.
Ο Παύλος Φύσσας, 34 χρόνων, μουσικός και αντιφασίστας, δολοφονείται από τον Γιώργο Ρουπακιά, μέλος της Χρυσής Αυγής. Η δολοφονία του δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό βίας. Ήρθε μέσα στο κλίμα της οργανωμένης δράσης μιας ναζιστικής οργάνωσης, όπως απέδειξε και η δικαστική διαδικασία που ακολούθησε.
Ο Παύλος δεν πρόλαβε να γεράσει, να συνεχίσει τη μουσική του, να ζήσει τη ζωή που του ανήκε. Έμεινε όμως κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια προσωπική τραγωδία: η μνήμη ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να φοβηθεί τον φασισμό.
Δεκατρία χρόνια μετά, η μνήμη του αποκτά μια ιδιαίτερη επικαιρότητα.
Ο Ηλίας Κασιδιάρης, καταδικασμένος για συμμετοχή στην εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, αποφυλακίστηκε στις 15 Σεπτεμβρίου, έχοντας ήδη προαναγγείλει την επιστροφή του στην πολιτική.
Η έκτιση μιας ποινής και η αποφυλάκιση είναι θεσμικά ζητήματα. Η κοινωνία όμως έχει και τη δική της μνήμη.
Και αυτή η μνήμη δεν πρέπει να επιτρέψει να ξεχάσουμε τι συνέβη.
Ο φασισμός δεν αρχίζει απαραίτητα με ένα μαχαίρι. Αρχίζει όταν η βία θεωρείται αποδεκτή, όταν ο άλλος παρουσιάζεται ως εχθρός, όταν η διαφορετικότητα γίνεται στόχος, όταν ο ρατσισμός μετατρέπεται σε «άποψη» και όταν η δημοκρατική ανοχή χρησιμοποιείται για να υπονομευθεί η ίδια η δημοκρατία.
Ο Παύλος Φύσσας δεν είναι μόνο ένα όνομα σε μια επέτειο.
Είναι μια υπενθύμιση.
Ότι η δημοκρατία από την κοινωνία που θυμάται, αναγνωρίζει τον κίνδυνο και αρνείται να θεωρήσει τη μισαλλοδοξία κανονικότητα.