Υπάρχουν
ημερομηνίες που η Ιστορία μοιάζει να τις τοποθετεί η ίδια τη μία δίπλα στην
άλλη.
18 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο Παύλος Φύσσας δολοφονείται στο Κερατσίνι από τον Γιώργο Ρουπακιά, μέλος της
Χρυσής Αυγής. Δεκατρία χρόνια αργότερα, η μνήμη του παραμένει ζωντανή και
χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν στις εκδηλώσεις μνήμης και στις αντιφασιστικές κινητοποιήσεις.
19 Σεπτεμβρίου 1970.
Μόλις μία ημέρα αργότερα, αλλά πενήντα έξι χρόνια νωρίτερα, ένας άλλος νέος
Έλληνας, ο Κερκυραίος φοιτητής Κώστας Γεωργάκης, αυτοπυρπολείται στην πλατεία
Ματεότι της Γένοβας, διαμαρτυρόμενος για τη δικτατορία των συνταγματαρχών.
Ήταν
μόλις 22 χρόνων.
Η πράξη
του στη Γένοβα υπήρξε συγκλονιστική. Δεν ήταν μια πράξη βίας εναντίον κάποιου
άλλου. Ήταν μια τραγική αυτοθυσία, με την οποία ένας νέος άνθρωπος θέλησε να
κάνει τον κόσμο να ακούσει αυτό που η δικτατορία προσπαθούσε να αποσιωπήσει: στην
Ελλάδα δεν υπήρχε ελευθερία.
Η
χούντα προσπάθησε να αποσιωπήσει ακόμη και τον θάνατό του. Όμως η είδηση
ταξίδεψε και η πράξη του προκάλεσε διεθνή αίσθηση…
43
χρόνια αργότερα, ένας άλλος νέος άνθρωπος βρέθηκε απέναντι στον φασισμό.
Η
μουσική του και η δημόσια στάση του εξέφραζαν την αντίθεσή του στον φασισμό.
Και γι' αυτό έγινε στόχος μιας δολοφονικής επίθεσης.
Ο
Κώστας Γεωργάκης έδωσε τη ζωή του για να καταγγείλει τον φασισμό.
Ο
Παύλος Φύσσας έχασε τη ζωή του επειδή αντιστάθηκε στον φασισμό.
Δεν
είναι ίδιες οι εποχές. Δεν είναι ίδιες οι συνθήκες. Δεν είναι ίδια η μορφή της
αντίστασης.
Υπάρχει
όμως ένας κοινός πυρήνας. Και οι δύο αρνήθηκαν να δεχθούν τον φασισμό ως
κανονικότητα.
Αυτό
είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που μας αφήνουν σήμερα. Γιατί ο φασισμός δεν
εμφανίζεται πάντοτε με στρατιωτικές στολές και τανκς. Μπορεί να εμφανιστεί με
πολιτικά συνθήματα, με εκλογική ρητορική, με την καλλιέργεια του φόβου, του
μίσους και της περιφρόνησης για τον «άλλον». Και μπορεί να επιχειρήσει να επιστρέψει
στο δημόσιο προσκήνιο, αξιοποιώντας ακριβώς τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, που
ο ίδιος αμφισβητεί.
Αυτό
δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα του 2026 είναι η Ελλάδα της χούντας του 1970. Σημαίνει
όμως ότι η ιστορική μνήμη δεν είναι διακοσμητική.
Ο
πρώτος μας θυμίζει πόσο ακριβή μπορεί να γίνει η ελευθερία όταν αυτή
καταργείται.
Ο
δεύτερος μας θυμίζει πόσο επικίνδυνο γίνεται το μίσος όταν αποκτά οργανωμένη
πολιτική και κοινωνική δύναμη. Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, μας παραδίδουν
την ίδια παρακαταθήκη:
Να
μη συνηθίσουμε τον φασισμό.
Να
μην τον θεωρήσουμε «άλλη μία άποψη».
Να
μην ξεχάσουμε πού μπορεί να οδηγήσει η ανοχή απέναντί του.