Το
δημογραφικό πρόβλημα συζητιέται συχνά σαν αριθμός: πόσα παιδιά γεννιούνται,
πόσοι άνθρωποι πεθαίνουν, πόσο γηράσκει ο πληθυσμός. Είναι όμως κάτι πολύ
περισσότερο. Είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας που έχουμε δημιουργήσει και,
κυρίως, της κοινωνίας που προσφέρουμε στους νέους ανθρώπους.
Το
ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο: γιατί δεν γεννιούνται παιδιά; Είναι κυρίως: Γιατί ένας νέος άνθρωπος να αισθανθεί ότι
μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια;
Το
παιδί δεν είναι μια δαπάνη με ημερομηνία λήξης. Είναι απόφαση ζωής.
Για
να πάρει ένας νέος άνθρωπος αυτή την απόφαση χρειάζεται εργασία με προοπτική,
αξιοπρεπές εισόδημα, κατοικία, πρόσβαση σε δημόσια υγεία και παιδεία, χρόνο για
την οικογένεια και, πάνω απ’ όλα, την αίσθηση ότι το αύριο δεν είναι διαρκώς
επισφαλές.
Η γενιά που έφυγε
Υπάρχει
και μια δεύτερη πλευρά του δημογραφικού, εξίσου σημαντική: οι άνθρωποι που δεν
βρίσκονται εδώ.
Φυσικά,
οι δύο εποχές δεν είναι ίδιες. Τότε κυριαρχούσε η μαζική εργατική μετανάστευση
μιας φτωχής, αγροτικής και μεταπολεμικής χώρας. Σήμερα μεγάλο μέρος της
μετακίνησης αφορά νέους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Το αποτέλεσμα, όμως είναι
το ίδιο οδυνηρό: η Ελλάδα χάνει ανθρώπους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος
του παραγωγικού και κοινωνικού της μέλλοντος.
Σήμερα
διογκώνεται ένα εμπόδιο που παλαιότερες γενιές γνώρισαν σε μικρότερο βαθμό: η
κατοικία.
Πώς
να ζητήσεις από έναν νέο να δημιουργήσει οικογένεια, ενώ δυσκολεύεται να
δημιουργήσει το δικό του σπίτι…
Πώς
θα έχουμε περισσότερες γεννήσεις από ανθρώπους που μπορεί να εργάζονται με
αβεβαιότητα, να καθυστερούν την οικονομική τους ανεξαρτησία και να παραμένουν
για χρόνια στο πατρικό τους σπίτι…
Η
Ελλάδα περνάει μια μακρά περίοδο κρίσης. Τα μνημόνια δεν δημιούργησαν από μόνα
τους το δημογραφικό πρόβλημα… Η υπογεννητικότητα και η γήρανση είχαν αρχίσει
πολύ νωρίτερα. Όμως η οικονομική κρίση, η ανεργία, η συρρίκνωση των εισοδημάτων
και η αβεβαιότητα επιδείνωσαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι νέοι αποφασίζουν
για τη ζωή τους.
Ο
ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η κρίση έπληξε ιδιαίτερα τη βιομηχανία και τις κατασκευές,
ενώ μεγάλο μέρος της νέας απασχόλησης μετακινήθηκε προς τον τουρισμό και την
εστίαση, με έντονη εποχικότητα.
Έτσι,
το πραγματικό ερώτημα είναι ευρύτερο:
Ή με
το αν οι νέοι μπορούν να εργαστούν, να κατοικήσουν, να δημιουργήσουν
οικογένεια, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και να αισθάνονται ότι έχουν μέλλον
στον τόπο τους;
Το
δημογραφικό δεν λύνεται ζητώντας από τους νέους να κάνουν περισσότερα παιδιά.
Χρειάζεται
συνθήκες μέσα στις οποίες θα μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα να τα κάνουν.’Ητοι:
Αξιοπρεπείς
μισθοί.
Προσιτή
κατοικία.
Δημόσια
υγεία και παιδεία που να εμπνέουν ασφάλεια.
Παιδικοί
σταθμοί και πραγματική στήριξη των γονέων.
Προστασία
της μητρότητας και της πατρότητας.
Χρόνος
για την οικογένεια.
Το
δημογραφικό, τελικά, δεν είναι μόνο πρόβλημα αριθμού παιδιών. Είναι πρόβλημα αριθμού
των νέων ανθρώπων που μπορούν να φανταστούν το μέλλον τους στην Ελλάδα.
Δεν
λείπουν απλώς τα παιδιά.
Λείπει
το αίσθημα ότι υπάρχει αύριο.
Αν
θέλουμε να αλλάξει η δημογραφική πορεία της χώρας, δεν αρκεί να μετράμε τις
γεννήσεις.’Ενα παιδί δεν γεννιέται από ένα επίδομα.
Γεννιέται
μέσα σε μια κοινωνία που επιτρέπει στους ανθρώπους να ελπίζουν.