Ο πολιτισμός της αρένας

Υπάρχουν ειδήσεις που δεν προκαλούν απλώς αγανάκτηση. Προκαλούν φόβο για την κατεύθυνση προς την οποία κινείται η ανθρωπότητα.

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να εγκρίνει την εκτέλεση του Νιντάλ Μαλίκ Χασάν, του ανθρώπου που καταδικάστηκε για τη δολοφονία 13 ανθρώπων στη στρατιωτική βάση του Φορτ Χουντ το 2009, θα ήταν από μόνη της μια αφορμή για να ξανασυζητήσουμε τη θανατική ποινή.

Η ανακοίνωση, όμως, ότι η εκτέλεση με εκτελεστικό απόσπασμα σχεδιάζεται να μεταδοθεί ζωντανά, περνάει σε ένα άλλο, σκοτεινότερο επίπεδο.

Δεν αρκεί πλέον, φαίνεται, να σκοτώσει το κράτος έναν καταδικασμένο. Πρέπει να μπορεί να παρακολουθήσει και το κοινό.

Η εκτέλεση έχει προγραμματιστεί για τις 3 Δεκεμβρίου. Δεν έχει πραγματοποιηθεί. Αλλά η ίδια η εξαγγελία της τηλεοπτικής μετάδοσης αρκεί για να θέσει ένα αμείλικτο ερώτημα: ποιον πολιτισμό υπηρετεί μια εξουσία που επιλέγει να παρουσιάσει τον θάνατο ενός ανθρώπου ως δημόσιο μάθημα;

Ο Χασάν καταδικάστηκε γιατί εξ αιτίας του 13 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και δεκάδες τραυματίστηκαν. Οι οικογένειες των θυμάτων έχουν δικαίωμα στη μνήμη, στη δικαιοσύνη και στην αναγνώριση του ανείπωτου πόνου τους.

Αλλά ακριβώς εδώ δοκιμάζεται ο πολιτισμός μιας κοινωνίας.

Όταν καταδικάζουμε ένα έγκλημα, υπερασπιζόμαστε την ανθρώπινη ζωή. Όταν η απάντηση της πολιτείας είναι η οργανωμένη αφαίρεση μιας ακόμη ζωής, δεν αναιρούμε το πρώτο έγκλημα. Προσθέτουμε σε αυτό μια κρατική πράξη θανάτου, βαφτισμένη δικαιοσύνη.

Μια πολιτισμένη κοινωνία οφείλει να προστατεύει τους πολίτες της, να τιμωρεί αυστηρά τον δράστη και να εμποδίζει την επανάληψη των εγκλημάτων του. Η ισόβια κάθειρξη μπορεί να υπηρετήσει αυτούς τους σκοπούς, χωρίς να μετατρέπει το κράτος σε εκτελεστή.

Η θανατική ποινή, αντίθετα, αφαιρεί οριστικά κάθε δυνατότητα διόρθωσης ενός δικαστικού λάθους. Και η ιστορία έχει αποδείξει ότι τα δικαστήρια δεν είναι αλάνθαστα.

Το κράτος δεν αποδεικνύει την ηθική του υπεροχή αντιγράφοντας την τελική πράξη του εγκληματία. Την αποδεικνύει θέτοντας όρια ακόμη και στη δική του δύναμη.

Η δημόσια εκτέλεση δεν είναι μια αθώα επιλογή μετάδοσης. Είναι μια πολιτική δήλωση.

Η Ρώμη γνώριζε καλά τη δύναμη του θεάματος. Στην αρένα, ο θάνατος, ο πόνος και η ταπείνωση μπορούσαν να γίνουν δημόσια διασκέδαση, ενώ η εξουσία επιδείκνυε την κυριαρχία της μπροστά στο πλήθος.

Οι αιώνες πέρασαν. Η ανθρωπότητα διακήρυξε δικαιώματα, αξιοπρέπεια, ελευθερίες. Η βία δεν εξαφανίστηκε, αλλά υποτίθεται ότι έπαψε να αποτελεί αυτονόητο εργαλείο διακυβέρνησης και ψυχαγωγίας.

Κι όμως, να που η αρένα επιστρέφει. Μόνο που τώρα δεν χρειάζεται άμμο, κερκίδες και μονομάχους. Αρκούν μια κάμερα, μια οθόνη και εκατομμύρια δυνητικοί θεατές.

Το επιχείρημα ότι ο κόσμος πρέπει να δει τις συνέπειες ενός εγκλήματος δεν αντέχει σε σοβαρή εξέταση. Η κοινωνία μπορεί να ενημερωθεί για τη δικαστική απόφαση, να μάθει τις συνθήκες της εκτέλεσης, να συζητήσει τη νομιμότητα και την ηθική της. Δεν χρειάζεται να παρακολουθήσει ζωντανά τον θάνατο ενός ανθρώπου για να καταλάβει ότι το έγκλημα έχει συνέπειες.

Όταν η εξουσία χρειάζεται το θέαμα του θανάτου για να διδάξει υπακοή, δεν εκπαιδεύει πολίτες. Εκπαιδεύει θεατές.

Δυστυχώς, η βαρβαρότητα δεν φοράει πάντα στολή εκτελεστή. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη θανατική ποινή.

Παρακολουθούμε μια διεθνή δημόσια ζωή όπου η απειλή, ο εκβιασμός και η επίδειξη στρατιωτικής ισχύος επανέρχονται με όλο και μεγαλύτερη και απροκάλυπτη θρασύτητα. Κυρίαρχοι πολιτικοί παράγοντες μιλούν για εδάφη που πρέπει να αποκτηθούν, για σύνορα που μπορούν να αλλάξουν διά της βίας, για βομβαρδισμούς και εισβολές ως δήθεν αυτονόητες επιλογές της ισχυρής πλευράς.

Νωπές είναι οι απειλές του Τραμπ για την απόκτηση της Γροιλανδίας, ακόμη και με τη χρήση στρατιωτικής δύναμης, Η Γροιλανδία και οι κάτοικοί της δεν είναι ακίνητο προς μεταβίβαση. Έχουν δικαιώματα, πολιτική βούληση και δικαίωμα να αποφασίζουν για το μέλλον τους.

Το ίδιο ισχύει για κάθε χώρα και κάθε λαό.

Η διεθνής νομιμότητα πλέον λειτουργεί σαν κανόνας για τους αδύναμους και σαν προαιρετική σύσταση για τους ισχυρούς. Η στρατιωτική υπεροχή να μετατρέπεται σε άδεια εισβολής, προσάρτησης ή βομβαρδισμού.

Όταν ο ισχυρός διακηρύσσει ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει επειδή μπορεί να το επιβάλει, δεν καταργεί μόνο το διεθνές δίκαιο. Καταργεί την ίδια την ιδέα της οργανωμένης ανθρώπινης συνύπαρξης.

Η δημόσια εκτέλεση και η επίδειξη στρατιωτικής δύναμης έχουν κάτι κοινό: απευθύνονται όχι μόνο στον άμεσο στόχο τους, αλλά και σε όλους τους υπόλοιπους. Το μήνυμα είναι: «Κοιτάξτε τι μπορούμε να κάνουμε. Μην αμφισβητείτε τη δύναμή μας».

Πρόκειται για την πολιτική του φόβου. Μια πολιτική που δεν επιδιώκει να πείσει, αλλά να αποτρέψει την αμφισβήτηση. Δεν στηρίζεται στη νομιμοποίηση μέσω της κοινωνικής συναίνεσης, αλλά στην επίδειξη των συνεπειών της ανυπακοής.

Κι εδώ βρίσκεται η βαθύτερη προσβολή προς τον άνθρωπο. Ο πολίτης αντιμετωπίζεται ως υπήκοος που πρέπει να συνετιστεί, το κοινό ως πλήθος που πρέπει να εντυπωσιαστεί και οι λαοί ως μάζες που καταλαβαίνουν μόνο τη γλώσσα της βίας.

Αυτή η αντίληψη είναι μία κυνική ομολογία πολιτικής και ηθικής ένδειας.

Όμως, η παρακμή δεν είναι αναπόφευκτη. Δεν ισχυρίζομαι ότι η ανθρωπότητα υπήρξε ποτέ ένας παράδεισος ειρήνης και δικαιοσύνης. Οι πόλεμοι, οι εκτελέσεις, οι αποικιοκρατικές κατακτήσεις και οι δημόσιοι εξευτελισμοί συνόδευσαν μεγάλο μέρος της ιστορίας της.

Αλλά ο πολιτισμός δεν μετριέται με το πόσο βίαιο υπήρξε το παρελθόν. Μετριέται με το πόσα από αυτά τα φαινόμενα κατορθώσαμε να περιορίσουμε, να απαγορεύσουμε και να αναγνωρίσουμε ως απαράδεκτα.

Η κατάργηση της θανατικής ποινής σε μεγάλο μέρος του κόσμου, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ανάπτυξη κανόνων διεθνούς δικαίου δεν χαρίστηκαν από καμία εξουσία. Κατακτήθηκαν με αγώνες, συγκρούσεις, θυσίες και επίμονη κοινωνική διεκδίκηση. 
Γι’ αυτό και η σημερινή υποχώρηση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κάτι φυσιολογικό. Όταν η σκληρότητα παρουσιάζεται ως αποφασιστικότητα, η εκδίκηση ως δικαιοσύνη και η απειλή ως πολιτική δεξιότητα, οφείλουμε να αντιδράσουμε.

Όχι με νοσταλγία για έναν ιδανικό κόσμο που δεν υπήρξε ποτέ, αλλά με υπεράσπιση όσων κατακτήθηκαν και με διεκδίκηση όσων παραμένουν ανεκπλήρωτα.

Δεν χρειαζόμαστε περισσότερη βαρβαρότητα για να νιώσουμε ασφαλείς. Η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με τηλεοπτικές εκτελέσεις. Η δικαιοσύνη δεν ενισχύεται με την εκδίκηση. Η ειρήνη δεν προστατεύεται με την κανονικοποίηση της εισβολής και του βομβαρδισμού. 

Και ο πολιτισμός δεν προχωρά όταν η εξουσία εκπαιδεύει τους ανθρώπους να συνηθίζουν τον θάνατο, αρκεί αυτός να αφορά τον κατάλληλο ένοχο, τον κατάλληλο εχθρό ή τον κατάλληλο ξένο.

Το αντίθετο: πολιτισμός είναι να μην εξαρτάται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια από τη συμπάθεια που μας προκαλεί ένας άνθρωπος. Είναι να μην αναστέλλονται οι αρχές μας όταν απέναντί μας βρίσκεται κάποιος που μισούμε. Είναι να μην παραδίδουμε τη συνείδησή μας στην εξουσία, επειδή μας υπόσχεται ότι η σκληρότητά της θα μας προστατεύσει.

Ο Νιντάλ Χασάν πρέπει να λογοδοτήσει για τις πράξεις του. Δεν χρειάζεται να γίνει τηλεοπτικό θέαμα ο θάνατός του.

Οι λαοί χρειάζονται ασφάλεια, δικαιοσύνη, ειρήνη και αξιοπρέπεια. Δεν χρειάζονται νέες αρένες.

Οι δέκα δημοφιλέστερες αναρτήσεις του τελευταίου μήνα...
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
✖
Τώρα ακούγεται: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏸
⏹
⏭
🔊
🎤 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
📖 ΚΕΙΜΕΝΑ
PODCAST
📻 ΡΑΔIO ΦΑΙΑΚΙΑ
ΡΑΔΙΟ ΦΑΙΑΚΙΑ - ON AIR STUDIO
✖
Τώρα παίζει: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏭
⏸
⏹
🔀
🔊
Τραγούδια του κόσμου
Ελληνικά τραγούδια
PLAYLIST

Translate

Ετικέτες

Εμφάνιση περισσότερων
Π ρ ο φ ί λ
προφίλ
Ο Μίλτος Βασιλείου είναι συνταξιούχος αναπληρωτής καθηγητής πνευμονολογίας.