Γαλλία: Η LFI στο εδώλιο- η αριστερά, που ενοχλεί


Όταν η αμφισβήτηση της κυρίαρχης πολιτικής βαφτίζεται «εξτρεμισμός», η μάχη δεν αφορά μόνο ένα κόμμα. Αφορά τα όρια της δημοκρατίας, την κοινωνική εκπροσώπηση και το δικαίωμα μιας άλλης πολιτικής να διεκδικεί την εξουσία.

Οι πολιτικές δυνάμεις θα έπρεπε να κρίνονται από τις πράξεις τους. Υπάρχουν, όμως πολιτικές δυνάμεις μέσα στο αστικό σύστημα, που, πριν ακόμη συζητηθούν οι προτάσεις τους, καλούνται να απολογηθούν για το ποια είναι, τι εκπροσωπούν και αν δικαιούνται να βρίσκονται στο ίδιο το πολιτικό παιχνίδι.

Η γαλλική La France insoumise — LFI, η Ανυπότακτη Γαλλία, του Ζαν-Λυκ Μελανσόν, βρίσκεται εδώ και καιρό στο επίκεντρο μιας τέτοιας αντιπαράθεσης. Η κριτική εναντίον της δεν περιορίζεται στις πολιτικές της θέσεις. Επεκτείνεται στον χαρακτηρισμό της ως «άκρας αριστεράς», στην παρουσίασή της ως απειλής για τη ‘δημοκρατική ομαλότητα’ και, κυρίως, στην προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ως μια δύναμη από την οποία ο γαλλικός λαός οφείλει να προφυλαχθεί.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η LFI πρέπει να εξαιρείται από την κριτική. Κανένα κόμμα δεν δικαιούται τέτοια ασυλία. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: πότε η πολιτική κριτική μετατρέπεται σε μηχανισμό αποκλεισμού ενός πολιτικού αντιπάλου;

Η ετικέτα πριν από τη συζήτηση

Τον Φεβρουάριο του 2026, το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών αποφάσισε να κατατάξει τους υποψηφίους της LFI στην κατηγορία της «άκρας αριστεράς» για τις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου, εγκαταλείποντας την προηγούμενη κατάταξή τους στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς.

Η κυβέρνηση επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, τη ριζοσπαστική πολιτική συμπεριφορά του κόμματος, τη στάση του απέναντι στους θεσμούς και τις διαφοροποιήσεις του από άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Η LFI προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι η αλλαγή ήταν πολιτικά μεροληπτική. Στις 27 Φεβρουαρίου, το δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι η συγκεκριμένη κατάταξη δεν συνιστούσε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης.

Η πολιτική σημασία αυτής της αλλαγής είναι αναμφισβήτητη. Οι διοικητικές κατηγορίες δεν παραμένουν κλεισμένες στα αρχεία του υπουργείου. Μεταφέρονται στους τίτλους των ειδήσεων, στις τηλεοπτικές συζητήσεις και στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση. Στα ΜΜΕ, όπου η μονοπωλιακή δομή ιδιοκτησίας είναι μοναδική.

Η λέξη «άκρα» αποκτά έτσι μια ιδιαίτερη δύναμη: μπορεί να προηγείται της συζήτησης για το πρόγραμμα, να διαμορφώνει την πρώτη εντύπωση και να δημιουργεί αποστάσεις ακόμη και ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται κοινές κοινωνικές διεκδικήσεις.

Οι δύο «άκρες» και η επιχείρηση της εξίσωσης

Εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα: η παρουσίαση της LFI ως της άλλης όψης της Μαρίν Λεπέν.

Η λογική είναι βολική. Από τη μια πλευρά, η ακροδεξιά. Από την άλλη, η «άκρα αριστερά». Στο κέντρο, οι δυνάμεις που εμφανίζονται ως οι μόνες υπεύθυνες, λογικές και θεσμικά αποδεκτές. Ο ψηφοφόρος καλείται να απορρίψει τα δύο άκρα και να επιλέξει την πολιτική του κέντρου ως μοναδική ασφαλή λύση.

Μόνο που οι πολιτικές διαφορές δεν εξαφανίζονται επειδή δύο κόμματα τοποθετούνται από το σύστημα έξω από τον κυρίαρχο χώρο.

Η LFI και η Εθνική Συσπείρωση της Λεπέν έχουν ολοκληρωτικά διαφορετικές ιστορικές καταβολές και διαμετρικά διαφορετικές προγραμματικές κατευθύνσεις. Η LFI προβάλλει την αναδιανομή του πλούτου, την ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών, την κοινωνική προστασία και τη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων και περιουσιών. Η Εθνική Συσπείρωση έχει οικοδομήσει την πολιτική της ταυτότητα γύρω από τον εθνικισμό, την αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής και την προτεραιότητα των Γάλλων έναντι των ξένων σε βασικά κοινωνικά δικαιώματα.

Ποιον ενοχλεί η κοινωνική αμφισβήτηση;

Για να κατανοήσουμε τη σύγκρουση γύρω από την LFI, πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και τα πρόσωπα.

Η Γαλλία έχει βιώσει επί χρόνια κοινωνικές συγκρούσεις για τις συντάξεις, την αγοραστική δύναμη, την εργασία, τη στέγαση, τις δημόσιες υπηρεσίες και τις ανισότητες. Η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται σε ένα ενιαίο κοινωνικό στρώμα. Αφορά εργαζομένους, νέους, χαμηλόμισθους, κατοίκους λαϊκών συνοικιών και ανθρώπους που αισθάνονται ότι η πολιτική εξουσία απομακρύνεται από τις καθημερινές τους ανάγκες.

Η LFI επιχείρησε να οργανώσει πολιτικά σημαντικό μέρος αυτής της δυσαρέσκειας, προβάλλοντας ένα πρόγραμμα που αμφισβητεί βασικές επιλογές της οικονομικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών. Στην προεδρική εκλογή του 2022, ο Μελανσόν συγκέντρωσε ισχυρή υποστήριξη, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων ψηφοφόρων. Και τον Οκτώβριο του 2026, η παρουσία του δίπλα στις κινητοποιήσεις μαθητών και νέων επανέφερε στο προσκήνιο τη σχέση του κόμματος με μια γενιά που διεκδικεί λόγο για το μέλλον της.

Αυτή η κοινωνική διάσταση έχει σημασία. Όταν μια πολιτική δύναμη αποκτά πρόσβαση σε πραγματικές κοινωνικές αγωνίες, δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα ενοχλητικό κοινοβουλευτικό μέγεθος. Μπορεί να γίνει φορέας συλλογικής διεκδίκησης και να αμφισβητήσει τις προτεραιότητες που μέχρι τότε εμφανίζονταν ως αυτονόητες.

Όλες οι οικονομικές ελίτ, όλα τα μέσα ενημέρωσης και όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι συντονίζονται σε ένα ενιαίο σχέδιο, που παράγει παρόμοια αποτελέσματα.

Μακρόν: το κέντρο που χαράζει τα όρια

Ο Εμανουέλ Μακρόν δεν περιορίστηκε στη διοικητική απόφαση του υπουργείου Εσωτερικών. Τον Φεβρουάριο του 2026 χαρακτήρισε και ο ίδιος την LFI δύναμη της «άκρας αριστεράς», συνδέοντας παράλληλα τη συζήτηση με την ανάγκη αντιμετώπισης αντισημιτικών εκφράσεων. Οι κατηγορίες για αντισημιτισμό είναι σοβαρές και πρέπει να εξετάζονται με βάση συγκεκριμένες δηλώσεις και πράξεις και  να μην χρησιμοποιούνται αδιακρίτως εναντίον ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου

Ο Λουδοβίκος-Ναπολέων Εμανουέλ Μακρόν αισθάνεται, ότι δικαιούται απρόσκοπτα να επικρίνει την αντιπολίτευση, να καταγγέλλει τις συμπεριφορές, που δεν εναρμονίζονται προς τις επιθυμίες του και να προσποιείται, ότι η δική του πολιτική θέση αποτελεί το αυτονόητο μέτρο της δημοκρατικής νομιμότητας.

Η υπεράσπιση των θεσμών σημαίνει κατά την κυβέρνηση, ότι οι οικονομικές της επιλογές βρίσκονται υπεράνω συζήτησης και ότι η αμφισβήτησή τους αποτελεί ένδειξη εξτρεμισμού.

Φυσικά, δημοκρατία δεν είναι η τήρηση των διαδικασιών. Είναι, κυρίως, η δυνατότητα των πολιτών να αμφισβητούν την κατανομή του πλούτου, τις κοινωνικές προτεραιότητες και τις αποφάσεις της εξουσίας.

Αυτές οι πρακτικές είναι που έχουν μετατρέψει την κυβερνητική πρακτική σε μηχανισμό αποκλεισμού.

Η Αριστερά απέναντι στον εαυτό της

Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν φτάνουμε στους Σοσιαλιστές.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν αποτελεί ενιαίο και αδιαφοροποίητο στρατόπεδο απέναντι στην LFI. Ο ηγέτης του, Ολιβιέ Φορ, χαρακτήρισε άδικη τη νέα διοικητική κατάταξη. Παράλληλα, όμως, οι σχέσεις των δύο χώρων παραμένουν γεμάτες εντάσεις, διαφωνίες για την πολιτική στρατηγική και διαφορετικές αντιλήψεις για τις συμμαχίες και τη σχέση με το κέντρο.

Αυτή η αντίφαση είναι μέρος του προβλήματος.

Όταν οι δυνάμεις της Αριστεράς διαφωνούν, η αντιπαράθεση μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή και πολιτικά αναγκαία. Όταν, όμως, οι διαφορές τους οδηγούν στην αμοιβαία απονομιμοποίηση ή όταν η απόσταση από την LFI γίνεται προϋπόθεση πολιτικής αποδοχής από το κέντρο, τότε τίθεται ένα σοβαρό ερώτημα: ποια κοινωνικά συμφέροντα υπηρετεί τελικά η κάθε στρατηγική;

Η Αριστερά δεν μπορεί να παρακάμπτει επ’ αόριστον τη συζήτηση για τις κοινές κοινωνικές διεκδικήσεις, τις πολιτικές συγκλίσεις και το κόστος της διαίρεσής της.

Ποιος φοβάται την πολιτική σύγκρουση;

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στο αρχικό ερώτημα.

Η LFI δεν είναι υπεράνω κριτικής. Οι θέσεις της, οι δημόσιες παρεμβάσεις των στελεχών της, οι συμμαχίες και οι πρακτικές της πρέπει να εξετάζονται με την ίδια αυστηρότητα που οφείλει να ισχύει για κάθε πολιτικό κόμμα. Η επίκληση της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν αρκεί για να δικαιολογήσει κάθε επιλογή, όπως και η επίκληση της δημοκρατίας δεν αρκεί για να δικαιολογήσει κάθε αποκλεισμό.

Όμως, όταν η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται διαρκώς γύρω από το αν ένα κόμμα είναι «ακραίο», ενώ οι κοινωνικές αιτίες που τροφοδοτούν την υποστήριξή του μένουν στο περιθώριο, τότε κάτι σημαντικό επισκιάζεται.

Χάνεται η συζήτηση για το ποιος πληρώνει το κόστος της οικονομικής πολιτικής. Για το αν οι δημόσιες υπηρεσίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Για το αν οι νέοι μπορούν να προσδοκούν ένα μέλλον χωρίς διαρκή ανασφάλεια. Για το αν η πολιτική εκπροσωπεί τους πολλούς ή προσαρμόζεται κυρίως στις απαιτήσεις της οικονομικής ολιγαρχίας.

Και τότε η μάχη για τον χαρακτηρισμό ενός κόμματος γίνεται μέρος μιας ευρύτερης μάχης: ποια αιτήματα θα ακούγονται ως θεμιτά και ποια θα περιθωριοποιούνται ως επικίνδυνα.

Η τεκμηριωμένη κριτική, η ισότιμη πολιτική αντιπαράθεση, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και η δυνατότητα των πολιτών να επιλέγουν χωρίς να χειραγωγούνται από τον φόβο συνθέτουν το πλαίσιο ενός ανοιχτού διαλόγου στην Αριστερά…

Η υπόθεση της Ανυπότακτης Γαλλίας δεν αφορά μόνο τον Μελανσόν, ούτε μόνο τις εσωτερικές ισορροπίες της γαλλικής Αριστεράς. Αφορά το κατά πόσο μια κοινωνία μπορεί να συζητά ουσιαστικά τις εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις της, χωρίς να εξαντλείται στην κατασκευή απειλών και στην περιχαράκωση του «επιτρεπτού».

Τελικά, το σημαντικότερο ζήτημα δεν είναι ποιος αποκαλείται ακραίος. Είναι ποιος έχει τη δύναμη να ορίζει τα όρια της πολιτικής συζήτησης και ποια κοινωνικά συμφέροντα εξυπηρετούν αυτά τα όρια.

 


Οι δέκα δημοφιλέστερες αναρτήσεις του τελευταίου μήνα...
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
🎙️ ΦΑΙΑΚΙΑ PODCAST
✖
Τώρα ακούγεται: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏸
⏹
⏭
🔊
🎤 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
📖 ΚΕΙΜΕΝΑ
PODCAST
📻 ΡΑΔIO ΦΑΙΑΚΙΑ
ΡΑΔΙΟ ΦΑΙΑΚΙΑ - ON AIR STUDIO
✖
Τώρα παίζει: -
00:00 00:00
⏮
▶
⏭
⏸
⏹
🔀
🔊
Τραγούδια του κόσμου
Ελληνικά τραγούδια
PLAYLIST

Translate

Ετικέτες

Εμφάνιση περισσότερων
Π ρ ο φ ί λ
προφίλ
Ο Μίλτος Βασιλείου είναι συνταξιούχος αναπληρωτής καθηγητής πνευμονολογίας.