Στην Ελλάδα, όμως, η ενεργειακή πολιτική των τελευταίων χρόνων μοιάζει να ακολουθεί μια παράδοξη διαδρομή: εγκαταλείψαμε βιαστικά ένα σημαντικό εγχώριο ενεργειακό απόθεμα, χωρίς να έχουμε εξασφαλίσει ότι οι εναλλακτικές πηγές θα μπορούν να καλύπτουν με ασφάλεια τις ανάγκες μας, όλες τις ώρες του εικοσιτετραώρου.
Η
ανεργία στη Δυτική Μακεδονία εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξαιρετικά υψηλά
επίπεδα. Μελέτη του 2026 την καταγράφει στο 16,5%, σχεδόν διπλάσια από τον
εθνικό μέσο όρο που χρησιμοποιεί για σύγκριση.
Πράσινη
ενέργεια χωρίς αποθήκευση: το ‘παράδοξο’.
Γιατί;
Επειδή η ενέργεια παράγεται όταν φυσάει και όταν έχει ήλιο, όχι υποχρεωτικά
όταν τη χρειαζόμαστε. Χωρίς επαρκή συστήματα αποθήκευσης και ευέλικτο δίκτυο,
σημαντικό μέρος της παραγωγής δεν μπορεί να αξιοποιηθεί.
Σύμφωνα
με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ελλάδα διέθετε περίπου 700 MW λειτουργικής
αποθήκευσης, αποκλειστικά από αντλησιοταμίευση. Μεγάλα έργα μπαταριών και
αντλησιοταμίευσης βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, με σημαντικές καθυστερήσεις. Η
ίδια η Επιτροπή επισημαίνει ότι η περιορισμένη ευελιξία του συστήματος και οι
περικοπές ανανεώσιμης παραγωγής αποτελούν σοβαρά προβλήματα.
Αυτή
είναι η βάση πάνω στην οποία δομήθηκε ένα αρνητικό για τη χώρα αλισβερίσι εξαγωγών,
εισαγωγών και -τελικά- ακριβού ρεύματος.
Η
Ελλάδα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας για δεύτερη συνεχόμενη
χρονιά το 2025. Αυτό, από μόνο του, δεν είναι αρνητικό. Οι εξαγωγές μπορούν να
αποτελούν πλεονέκτημα, εφόσον εντάσσονται σε ένα σχεδιασμένο και αποδοτικό
ενεργειακό σύστημα.
Το
πρόβλημα είναι ότι η χώρα εξακολουθεί να πληρώνει ακριβά την ηλεκτρική
ενέργεια, ενώ η εξαγωγική της θέση δεν σημαίνει ότι διαθέτει επάρκεια και
χαμηλό κόστος σε κάθε ώρα της ημέρας. Το 2025 η μέση χονδρεμπορική τιμή έφτασε
τα 104 ευρώ ανά MWh, έναντι 85 ευρώ του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Και ενώ η ηλιακή
παραγωγή πιέζει προς τα κάτω τις τιμές τις μεσημεριανές ώρες, το βράδυ, όταν η
παραγωγή από φωτοβολταϊκά μηδενίζεται, το φυσικό αέριο καλείται να καλύψει
μεγάλο μέρος της ζήτησης.
Πράσινη
μετάβαση ή μεταφορά πλούτου;
Πράγματι:
Ποιοι απέκτησαν πρόσβαση στη γη και στα δίκτυα; Ποιοι εξασφάλισαν εγγυημένες
αποδόσεις; Ποιος πληρώνει τις περικοπές παραγωγής και τις αδυναμίες του
συστήματος; Και γιατί η ενεργειακή πολιτική δεν σχεδιάστηκε με πρώτο κριτήριο
το δημόσιο συμφέρον;
Η ‘απολιγνιτοποίηση’
υλοποιήθηκε και υλοποιείται με όρους κράτους αρπαχτής… Όπως όλες οι μεγάλες
οικονομικές μεταβάσεις στη χώρα, από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους…
Φυσικά
η λύση δεν βρίσκεται στην άνευ όρων επιστροφή στον λιγνίτη. Οι περιβαλλοντικές
επιπτώσεις του είναι σοβαρές, ενώ το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών και η
παλαιότητα πολλών μονάδων καθιστούν προβληματική την επαναλειτουργία τους…
Ούτε, κάτι τέτοιο θα έριχνε αυτομάτως στο μισό την τιμή του ρεύματος.
Χρειαζόμαστε
δημόσιο, μακρόπνοο ενεργειακό σχεδιασμό: ανανεώσιμες πηγές με κοινωνικό και
περιβαλλοντικό έλεγχο, μεγάλης κλίμακας αποθήκευση, ενίσχυση των δικτύων,
αξιοποίηση των εγχώριων δυνατοτήτων, ενεργειακές κοινότητες και ουσιαστική
προστασία των νοικοκυριών και της παραγωγής.
Η ενεργειακή
αυτάρκεια δεν μετριέται με τον αριθμό των φωτοβολταϊκών ούτε με τις μεγαβατώρες
που εξάγουμε. Μετριέται με την ικανότητα μιας χώρας να εξασφαλίζει στους
ανθρώπους της ενέργεια επαρκή, προσιτή και αξιόπιστη.
Και
αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα οικονομικής πολιτικής. Είναι ζήτημα εθνικής
ανεξαρτησίας.









κάποιοι λίγοι στίχοι...